Του Περικλέους Ηλ. Νταλιάνη, Θεολόγου
Σε συνέντευξη τύπου στις 24/09/2010, που πραγματοποιήθηκε στην Βιέννη, ο Μητροπολίτης Περγάμου, Ιωάννης, δήλωνε εκτός των άλλων για την αντιμετώπιση του σχίσματος του 1054, μεταξύ Ορθοδόξων και «Ρ/καθολικών» (δηλαδή παπικών), ότι «δεν υπάρχουν (πλέον) σύννεφα δυσπιστίας μεταξύ των δύο Εκκλησιών μας». Τόνισε πως «αν συνεχίσουμε έτσι, ο Θεός θα βρει τρόπο να ξεπεράσει όλες τις δυσκολίες που παραμένουν και θα φέρει τις δύο Εκκλησίες μας τις αρχαιότερες Εκκλησίες, σε πλήρη κοινωνία».[1]
Δηλαδή εδώ ο Περγάμου, ομολογεί, ότι αυτός και οι υπόλοιποι «Ορθόδοξοι» οικουμενιστές έχουν κοινωνία με τους παπικούς, απλά αυτή δεν είναι ακόμη πλήρως ολοκληρωμένη (διότι όπως είναι φυσικό, εμείς οι παραδοσιακοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί, στεκόμαστε έως τώρα εμπόδιο στο σχέδιό τους, για μία υποδούλωση της Ορθοδοξίας στον παπισμό).
Επίσης ο Περγάμου έκανε αναφορά στην Ραβέννα[2] της Ιταλίας του 2007, εκεί όπου έγινε αποδεκτό και από τους Ορθοδόξους το πρωτείο του πάπα. «Στην πρώτη χιλιετία (όπως λέει) υπήρχε η αναγνώριση του ειδικού ρόλου που ο επίσκοπος της Ρώμης, διαδραμάτισε στην Εκκλησία. Υπήρχε επίσης το γεγονός ότι ο Επίσκοπος της Ρώμης δεν λειτουργεί χωρίς συνεννόηση με τους άλλους επισκόπους στη δική τους περιοχή».[3]
Δηλαδή με λίγα λόγια ομολογεί και ο ίδιος το πρωτείο του πάπα, ως πρωτείο όμως «εξουσίας» και όχι «τιμής». Αυτό γίνεται, διότι και στην Ανατολή ο Πατριάρχης Κων/πόλεως Βαρθολομαίος, θεωρείται από τους οικουμενιστές (ιδίως μετά την Ραβέννα του 2007), ως ένας δεύτερος πάπας, ο οποίος εξουσιάζει τα υπόλοιπα Ορθόδοξα Πατριαρχεία, αλλά και τις τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες.
Η μόνη διαφορά είναι, ότι στην Ραβέννα προσπάθησαν έστω τυπικά να ομιλήσουν (όπως κάνει και ο ίδιος ο Περγάμου ανωτέρω), για κάποια ελάχιστα «δείγματα και ψήγματα συνοδικότητας», τα οποία όμως εσφαλμένα οι Οικουμενιστές εντάσσουν κάτω από το παπικό πρωτείο «εξουσίας» (όπως πιστεύει και ο πάπας). Δηλαδή θεωρούν την συνοδικότητα, ως ένα όργανο εξουσίας του επισκόπου Ρώμης, ο οποίος απλά ρωτάει τους άλλους επισκόπους. Αντιθέτως στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, η συνοδικότητα προηγείται και ακυρώνει το παπικό πρωτείο, αφού και στην πρώτη χιλιετία, όλοι οι Πατριάρχες (όπως και ο Ρώμης), ήταν υποδεέστεροι των Οικουμενικών Συνόδων και εάν δεν υπάκουαν σε αυτές, εκβάλλονταν από το σώμα της Εκκλησίας, όπως έγινε και με τον πάπα Ωνώριο (βλέπε και την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο).
Στην εν λόγω συνέντευξη ο Περγάμου, τόνισε επίσης, ότι «το μοντέλο (για την ένωση με τους παπικούς), θα προκύψει στο μέλλον… Θα πρέπει όμως η Ορθόδοξη Εκκλησία να ενισχύει την καθολική ενότητά της. Και ίσως η Καθολική πλευρά πρέπει να ενισχύει περισσότερο τη διάσταση της συνοδικότητoς…».[4]
Όταν ο Περγάμου όμως λέει ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία πρέπει να ενισχύσει την Καθολική ενότητα της», σαφώς και δεν εννοεί μόνον το να μήν υπάρχουν σχίσματα μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών, όπως το αντιλαμβανόμαστε εμείς. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι πολλές φορές οι Οικουμενιστές μέσα στην διπλωματία τους άλλα λένε και άλλα εννοούν. Αυτό που θέλει στην πραγματικότητα να πει στον ετερόδοξο δημοσιογράφο, είναι ότι οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες θα «πρέπει να ενισχύσουν την καθολική ενότητά τους», κάτω από τον πρώτο (κατ’ αυτόν) Πατριάρχη της Ανατολής (τον νυν Κων/πόλεως Βαρθολομαίο). Άρα ουσιαστικά όταν ομιλεί για ενότητα, δεν ομιλεί για συνοδικότητα, αλλά για ένα είδος αυθεντίας του Κων/πόλεως, ο οποίος κατ’ αυτόν θα πρέπει να είναι ο συνδετικός κρίκος της ενότητος αυτής. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από πλείστα γραπτά των ανωτέρω. Αυτό όμως είναι ένα είδος παπικού πρωτείου, διότι η ενότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν καθορίζεται από την σύνδεση με τον εκάστοτε Πατριάρχη Κων/πόλεως (ο ο οποίος μάλιστα στις ημέρες μας, τυγχάνει να είναι και παραβάτης τόσο των ιερών δογμάτων, όσο και των ιερών Κανόνων της Εκκλησίας), αλλά από την σύνδεση των κατά τόπων Εκκλησιών στην κοινή Ορθόδοξη πίστη, στο ένα κοινό βάπτισμα αλλά και τα υπόλοιπα μυστήρια και κυρίως στην κοινή πίστη στον ένα Ιησού Χριστό, ο οποίος είναι η ενότητα των τοπικών Εκκλησιών, εν τη Θεία Ευχαριστία. Η ενότητα δηλαδή της Εκκλησίας δεν μπορεί να είναι ένας Πατριάρχης, ο οποίος μας χωρίζει από τον Χριστό και την Ορθόδοξη Εκκλησία (όπως ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ο οποίος φανερά πλέον κοινωνεί με τον αιρεσιάρχη πάπα).
Η Ενότης δια των Μυστηρίων της Εκκκλησίας
Φυσικά την ανωτέρω εκδοχή της ενότητος ο Μητροπολίτης Περγάμου Ι. Ζηζιούλας την απορρίπτει, αφού ο ίδιος δέχεται τόσο την θεωρία «των δύο πνευμόνων», όσο και την «Βαπτισματική Θεολογία του Π.Σ.Ε.».
Δέχεται δηλαδή στα γραπτά του, ότι το βάπτισμα των διηρημένων Χριστιανισμών (Παπικών, Αγγλικανών, Μονοφυσιτών και Ορθοδόξων), είναι αυτό το οποίο ενώνει τους διηρημένους αυτούς Χριστιανισμούς. Γι’ αυτό ο ίδιος ομιλεί για σχίσματα και όχι για αιρέσεις, όταν αναφέρεται στους «Χριστιανούς» της Δύσεως,[5] αλλά και της Ανατολής.
Η Θεολογία όμως της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι γνωστή και από τον Ζ΄ Κανόνα της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, η οποία ρυθμίζει τόσο την ακρίβεια, όσο και την οικονομία, στο θέμα του Βαπτίσματος. Με λίγα λόγια το βάπτισμα των αιρετικών είναι άκυρο και ανενεργό εκτός της Εκκλησίας, ακόμη και αν αυτοί τελούν τις τρεις καταδύσεις. Σε αυτή την περίπτωση μόνον εάν ενταχθούν στην Ορθόδοξη Εκκλησία, μπορεί να γίνουν δεκτοί κατ’ οικονομίαν με το Χρίσμα, γεγονός που αποδεικνύει άλλωστε ότι είναι αιρετικοί.
Είναι απορίας λοιπόν άξιον, πως ο Περγάμου Ιωάννης, θεωρεί έγκυρα τα (άκυρα) ουσιαστικά βαπτίσματα των αποσχισθέντων από την Εκκλησία αιρέσεων, όταν μάλιστα αυτές έχουν αλλοιώσει και τον τύπο του μυστηρίου αυτού, δηλαδή τις τρεις καταδύσεις.
Εν συνεχεία ο Περγάμου αναφέρεται στην Πανορθόδοξη Σύνοδο λέγοντας ότι: «Αν αυτά τα δύο πράγματα συμβαίνουν (δηλαδή η καθολικότητα με την συνοδικότητα) το αποτέλεσμα θα έρθει πολύ πιο γρήγορα» (δηλαδή της ενώσεως με τους παπικούς). Και πιο κάτω βλέπουμε ότι συνδέει την ένωση αυτή με μία Πανορθόδοξη Σύνοδο, η οποία όπως αναφέρει «θα λύσει το πρόβλημα του αυτοκέφαλου… (των τοπικών δηλαδή Εκκλησιών), ειδικά όταν (αυτό) συνδέεται με εθνικιστικά θέματα». Αυτή η άποψη του Περγάμου για την Πανορθόδοξη Σύνοδο είναι σημαντική αν σκεφτούμε ότι και ο ίδιος είχε συμμετάσχει στις επιτροπές προετοιμασίας της. Σαφώς και ο εθνικισμός είναι καταδικασμένος από την Εκκλησία. Θυμόμαστε άλλωστε τον εθνικισμό των Βουλγάρων Κομιτατζίδων και της εξαρχίας τους, οι οποίοι πριν και κατά τους Βαλκανικούς πολέμου 1912-13, απαιτούσαν την δική τους εξαρχία και για να αρνηθούν το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, (στην δικαιοδοσία του οποίου άνηκε τότε η Μακεδονία κ.λ.π.).
Εδώ όμως ο Περγάμου δεν αναφέρει ως πρόβλημα μόνον τον εθνικισμόν, αλλά αναφέρεται και σε αυτό το αυτοκέφαλον, αφού λέει ότι:
«Όσον αφορά την Πανορθόδοξη Σύνοδο, μας ανησυχεί και το αναγνωρίζουμε ότι το αυτοκέφαλο είναι ένα πρόβλημα, ειδικά όταν συνδέεται με εθνικιστικά θέματα». Άρα ομολογεί ότι πρόβλημα δεν είναι αυτός καθ’ εαυτός ο εθνικισμός, αλλά και το αυτοκέφαλο, το οποίο πρέπει να λυθεί με την Πανορθόδοξο Σύνοδο.
Σαφώς εδώ δεν «φωτογραφίζει» μόνον το Πατριαρχείο της Ρωσίας, με το οποίο το Φανάρι από παλιά έχει έρθει σε ρήξη για το πιο πρέπει να έχει το πρεσβεία τιμής, αφού οι Ρώσοι θεωρούν «την Ρωσία ως την “τρίτη Ρώμη”, μετά την Κωνσταντινούπολη, ενώ το Πατριαρχείο της Κων/πόλεως ως την παρακμάζουσα «δεύτερη Ρώμη», η οποία μάλιστα έχει στερηθεί και του ποιμνίου της». Μάλιστα το νυν Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, το σημερινό Φανάρι, διαιρεί τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, προκειμένου να τους αποσπάσει ποίμνιο, αφού δεν έχει δικό του.
O Περγάμου εννοεί κάτι βαθύτερο το οποίο δυστυχώς προσεγγίζει τα παπικά πρότυπα, και την Δυτική Θεολογία περί του πρωτείου. Αυτό που λέει ουσιαστικά, είναι ότι το αυτοκέφαλο πρέπει να περιορισθεί και η κύρια εξουσία να μεταβεί ολοκληρωτικά στον Πατριάρχη Κων/πόλεως, ο οποίος θα εγγυάται δήθεν «την καθολική ενότητά της Ορθοδοξίας». Έτσι δεν θα υπάρχουν διαφοροποιήσεις και η κατεύθυνση στο θέμα της ενώσεως με τους Δυτικούς, θα δίνεται από τον «πρώτο της Ορθοδοξίας», δηλαδή τον Πατριάρχη Κων/πόλεως.
Ουσιαστικά ομιλεί για έναν δεύτερο πάπα, όπως έγινε και στην «Σύνοδο της Ραβέννας το 2007». Αυτό το συμπέρασμα εξάγεται και από τα ίδια τα γραπτά Μητροπολιτών και Θεολόγων, οι οποίοι πρόσκεινται στο Οικουμενικό[6] Πατριαρχείο, μέσα από τα οποία προσπαθούν να ανάγουν τον Πατριάρχη Κων/πόλεως, σαν τον κριτή όλης της Εκκλησίας, ο οποίος μπορεί δήθεν να επεμβαίνει και στα εσωτερικά μάλιστα των άλλων Ορθόδοξων Εκκλησιών, εκτός της δικαιοδοσίας του.
Αυτό το είδαμε να γίνεται με την παρέμβαση του Πατριάρχου Βαρθολομαίου, τόσο στα Ιεροσόλυμα επί ημερών Πατριάρχου Ειρηναίου, στο Άγιον Όρος με την επιβολή δοτών ηγουμένων, αλλά και της νέας δήθεν αντιπροσωπείας της Ι. Μ. Εσφιγμένου, καθώς και προσφάτως με την αυθαίρετη σύγκληση των Μητροπολιτών των «Νέων Χωρών», στη Σύνοδο του Φαναρίου, όπου προσκλήθηκε να συμμετάσχει σε αυτή και ο Μητροπολίτης Εδέσσης Ιωήλ, ο οποίος ανήκει στην Εκκλησία της Ελλάδος.
Ουσιαστικά ο Περγάμου με το σκεπτικό του και τους ανωτέρω λόγους του, βλέπει να υπάρχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία έλλειμμα «καθολικότητος», το οποίο έλλειμμα δημιουργείται από το αυτοκέφαλο των τοπικών Εκκλησιών, οι οποίες δεν εντάσσονται στο Φανάρι και τον Οικουμενικό Πατριάρχη, οπότε μία Πανορθόδοξος Σύνοδος θα έρθει να λύσει κατ’ αυτόν το πρόβλημα και έτσι θα επιτευχθεί σταδιακά η σύνδεση με την Ρώμη και την Δυτική «Εκκλησία», η οποία και αυτή με την σειρά της «θα ενισχύσει την διάσταση της συνοδικότητας», έτσι ώστε ο πάπας της Ρώμης «μέσα στο ψευδοπρωτείο της κατά φαντασίαν εξουσίας της», να αποδεχθεί σαν «δεύτερο πνεύμονα» και υποδεέστερο, την ένταξη των πρώην τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Βατικανό (ως ουνίτες ουσιαστικά). Αυτό δυστυχώς είναι το σκεπτικό των οικουμενιστών, ερμηνευόμενο πάντα με βάση τα κείμενά τους.
Άρα η λεγόμενη «Πανορθόδοξος Σύνοδος», δεν είναι τίποτε περισσότερο, από μία προσχεδιασμένη Σύνοδος των Οικουμενιστών, η οποία σχεδιάσθηκε σαν ιδέα μέσα στα πλαίσια των «Οικουμενικών διαλόγων» και μάλιστα των διαλόγων μεταξύ παπικών και Ορθοδόξων και στόχο έχει να μετατρέψει και επισήμως τον Οικουμενικό Πατριάρχη ως τον πρώτο της Ορθοδοξίας (έναν μικρό πάπα), ο οποίος θα οδηγήσει την Ορθόδοξη Εκκλησία στις αγκάλες του «μεγάλου» πάπα της Ρώμης. Ουσιαστικά αυτή η Σύνοδος θα είναι η κατάργηση της συνοδικότητας και στην πράξη, αλλά και στο πνεύμα, αφού δεν θα έχει ως βάση αυτής την διδασκαλία των Οικουμενικών Συνόδων.
Αυτό το βεβαίωσε (στην ίδια συνέντευξη με τον Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη) και ο παπικός «Αρχιεπίσκοπος» Koch, ο οποίος θεωρεί ότι οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, οι οποίες μετέχουν στους Οικουμενιστικούς διαλόγους, έχουν την ίδια πίστη με τους Ρ/Καθολικούς. Λέει χαρακτηριστικά: «Αυτός ο διάλογος μπορεί να είναι καρποφόρος για την πραγματικότητα της συμβίωσης. Με όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, μοιραζόμαστε σχεδόν τα πάντα από την άποψη της πίστεως, αλλά έχουμε διαφορετική κουλτούρα, λόγω της διαίρεσης που βιώσαμε στο παρελθόν χιλιετίας».
Με αυτή την δήλωση συμφώνησε και ο Μητροπολίτης Περγάμου. Δηλαδή με λίγα λόγια οι «Ορθόδοξοι» Οικουμενιστές έχουν συμφωνήσει στους «Οικουμενικούς ψευδοδιαλόγους», με τους αιρετικούς παπικούς «επισκόπους» και «Θεολόγους», ότι έχουν σχεδόν την ίδια πίστη, απλά διαφέρουν στην κουλτούρα και σε κάποια τοπικά δήθεν έθιμα (δηλαδή τα δόγματα) των διαφόρων ομολογιών – «Εκκλησιών», τα οποία όμως δεν τα θεωρούν εμπόδιο για την ένωση. Μάλιστα και το Φιλιόκβε ο Πατριάρχης Αθηναγόρας το θεωρούσε ένα απλό έθιμο της Δυτικής «Εκκλησίας» και όχι ως αίρεση όπως πραγματικά είναι.
Δυστυχώς και στο μεταπατερικό μεταπτυχιακό του Ε.Α.Π., «Σπουδές στην Ορθόδοξη Θεολογία», διδάσκεται η μεταπατερική αθεολογία και ως βάση αυτής είναι τα κείμενα του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα, ο οποίος αντλεί την Θεολογία του από την Θεολογία των Οικουμενιστών Διαλόγων και του Προτεσταντικού Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.).
[Το κείμενο αυτό γράφτηκε πριν την διεξαγωγή της ψευδοσυνόδου του Κολυμπαρίου της Κρήτης (η οποία έγινε το 2016) και η οποία κατήργησε πλήρως τη συνοδικότητα, αλλά και τις τοπικές ορθόδοξες ιεραρχίες των Ορθοδόξων τοπικών Εκκλησιών, αφού οι Μητροπολίτες των Συνόδων αυτών των Εκκλησιών, δεν είχαν δικαίωμα ψήφου ή διαφωνίας κατά την διεξαγωγή της Συνόδου (συν ότι τους απείλησαν, όπως ομολόγησε και ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος Βλάχος), παρά μόνο είχαν το δικαίωμα ψήφου οι δέκα συμμετάσχοντες προκαθήμενοι (αφού από τη Σύνοδο αυτή απουσίαζαν τέσσερις προκαθήμενοι), με αποτέλεσμα να επιβάλουν την κακόδοξη πίστη τους και στους άλλους Μητροπολίτες, οι οποίοι διαφωνούσαν με τις αποφάσεις της Συνόδου. Δηλαδή η ψευδοσύνοδος αυτή, ομοιάζει με Ληστρική Σύνοδο του 448 μ.Χ., στην οποία ο αιρετικός Μονοφυσίτης Διόσκουρος, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, προσπάθησε με τη βία να επιβάλει τα αιρετικά δόγματα του Μονοφυσιτισμού στους Ορθοδόξους Επισκόπους. Ως αποτέλεσμα είχαμε τον τότε θάνατο του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Αγίου Φλαβιανού από ξυλοδαρμό. Επίσης η ψευδοσύνοδος έδωσε το δικαίωμα στους επισκόπους να καταργούν όποτε θέλουν τις νηστείες, να διενεργούν μικτούς γάμους με τους αιρετικούς, να καταργούν τις οικουμενικές συνόδους, αλλά και τις τοπικές συνόδους της ιεραρχίας τους ως νέοι πάπες, αποφασίζοντας από μόνοι τους και τέλος νομιμοποίησε τις αιρέσεις τις οποίες χαρακτήρισε «ως εκκλησίες», αλλά και την πανθρησκεία].
[1] Εκκλησιαστικό Πρακτορείο Ειδήσεως, Romfea.gr 26/09/2010.
[2] Στην Σύνοδο μεταξύ Ορθοδόξων Οικουμενιστών και παπικών θεολόγων.
[3] Αύτοθι, Romfea.gr.
[4] Romfea.gr 26/09/10.
[5] Εάν αυτοί δεν τελούν τις τρεις καταδύσεις (όπως άλλωστε κάνουν σήμερα οι Παπικοί και οι Προτεστάντες), θα πρέπει και να βαπτίζονται και να Χρίονται.
[6] Ο τίτλος «Οικουμενικό Πατριαρχείο» είναι τιμητικός τίτλος και όχι δογματικός και έχει να κάνει με το γεγονός του ότι το Πατριαρχείο Κων/πόλεως, έλυνε τα προβλήματα επί Βυζαντίου άλλων Πατριαρχείων ή τοπικών Εκκλησιών, επειδή βρισκόταν στην Βασιλεύουσα Κων/πολη. Από εκεί βγήκε και ο τίτλος «Οικουμενικός Πατριάρχης», ο οποίος ουδεμία σχέση έχει με «το παπικό Πρωτείο εξουσίας», αλλά αντιθέτως με το πρωτείο τιμής, το οποίο απορρέει από τους ανωτέρω ιστορικούς προαναφερθέντες λόγους.

0 Σχόλια