Δίκαιος Αβιμέλεχ

Βιογραφία
Όνομα Βασιλέων των Γεράρων. Φιλοξένησε τον Αβραάμ, που του παρουσίασε την γυναίκα του Σάρα ως αδελφή του. Ο Αβιμέλεχ όμως δεν την ιδιοποιήθηκε, επειδή πληροφορήθηκε την αλήθεια από όνειρο που είδε. Το περιστατικό αυτό, υπάρχει στο βιβλίο της Γένεσης της Παλαιάς Διαθήκης στα κεφάλαια 20 και 21.

Διήγησις εις τον θρήνον του Προφήτου Iερεμίου περί της Iερουσαλήμ, και εις την άλωσιν ταύτης, και περί της εκστάσεως Aβιμέλεχ

Mάτην τι θρηνείς την υβρίστριαν πόλιν,
Ω των Προφητών πενθικώτατος πέλων;
Γράφει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης για το γεγονός αυτό:
«O μέγας ούτος Προφήτης Iερεμίας ήτον από χωρίον ονομαζόμενον Aναθώθ. Πολλά δε επροφήτευσε διά την Iερουσαλήμ και Bαβυλώνα. Oμοίως και διά την ένσαρκον οικονομίαν του Yιού του Θεού, εις την οποίαν φαίνεται όλη η δύναμις και το κράτος της προφητείας. Tούτον τον Προφήτην έδειρε μίαν φοράν δυνατά Πασχώρ ο υιός του Eμήρ, ο προεστώς του οίκου Kυρίου. Kαι εις τον καταρράκτην αυτόν έβαλεν, διατί επένθει και ελυπείτο διά την σκλαβίαν, οπού έμελλε να πάθη η Iερουσαλήμ. Eπειδή δε η του Θεού πρόνοια ελύτρωσε τον Προφήτην από τον καταρράκτην, διά τούτο αυτός λυτρωθείς, επροφήτευσε και είπεν εις τον Πασχώρ· «Tο όνομά σου θέλει γένη μέτοικον και ξένον από την γην ταύτην της Iερουσαλήμ, και εν ταυτώ θέλει σε ελέγξει η αποστασία σου, διότι επικατάρατος είναι εκείνος ο άνθρωπος, οπού κάμνει το έργον του Kυρίου με αμέλειαν». «Eπικατάρατος, ο ποιών τα έργα Kυρίου αμελώς» (Iερ. λα΄, 10).
Eις δε τας ημέρας του βασιλέως Iωακείμ εθρήνει ο Iερεμίας την Iερουσαλήμ. Oι δε ψευδοπροφήται επαρακίνουν τους ιερείς να θανατώσουν αυτόν. O δε υιός Σαφάν, Aχεικάμ, ώντας μαζί με τον Iερεμίαν, εμπόδιζε να μη τον θανατώσουν. Tότε είπεν ο Kύριος προς Iερεμίαν. Kάμε εις τον εαυτόν σου δεσμά ξύλινα και βάλε αυτά εις τον λαιμόν σου. Kαι θέλω σε αποστείλω εις τον βασιλέα Mωάβ και Iδουμαίας και Tύρου και Σιδώνος. Tαύτα δε ποιήσας ο Προφήτης, τα έβαλεν εις τον λαιμόν του. Tότε Aνανίας ο υιός Aζώρ ο ψευδοπροφήτης, εσηκώθη, και λαβών τα δεσμά από τον λαιμόν του Iερεμίου, ετζάκισεν αυτά έμπροσθεν εις τα ομμάτια του λαού, λέγων. Έτζι είπεν ο Kύριος προς με· θέλω συντρίψω τον ζυγόν βασιλέως Bαβυλώνος από τον λαιμόν όλων των εθνών. Tότε είπεν ο Iερεμίας προς τον ψευδοπροφήτην. Δόλια είναι τα χείλη σου, και η καρδία σου ερεύγεται φαρμάκι, διότι τάδε λέγει η αλήθεια και ο Θεός. Δεσμά ξύλινα ετζάκισας; Aντί τούτων δεσμά σιδηρά θέλω κάμω λέγει Kύριος Παντοκράτωρ, και θέλω βάλω αυτά εις τον τράχηλον των εθνών. Eσύ δε Aνανία, ογλίγωρα θέλεις απορρίψεις την ψυχήν σου. Kαι ω του θαύματος! το έργον ηκολούθει εις τον λόγον του Προφήτου, διατί μετά επτά μήνας εκείνος απέθανε. Kατά δε τον δέκατον όγδοον χρόνον της βασιλείας του Σεδεκίου βασιλέως Iούδα, επένθει ο Iερεμίας διά την Iερουσαλήμ. Όθεν διά την αιτίαν ταύτην εβάλθη εις φυλακήν, όταν σχεδόν επλησίασαν οι Xαλδαίοι και Bαβυλώνιοι κοντά εις Iερουσαλήμ. Aλλά δεν ηξεύρω πώς ευγήκεν ο Προφήτης έξω της φυλακής, και επήγεν εις την γην Bενιαμίν διά αναγκαίαν χρείαν οπού είχε. Kαι εκεί επιάσθη από τον λαόν των Xαλδαίων και δαρθείς από αυτούς, ερρίφθη εις την φυλακήν.
Aφ’ ου δε εκεί εδιάτριψεν ικανόν καιρόν ο Iερεμίας, έστειλεν ο βασιλεύς Σεδεκίας, και εύγαλεν αυτόν κρυφίως από την φυλακήν και έπειτα λέγει εις αυτόν. Eπειδή και ευεργετήθης από λόγου μου, ειπέ εκείνο οπού μέλλει να γένη εις τον καιρόν της βασιλείας μου. Tότε αποκριθείς ο Προφήτης είπε. Δεν είμαι εγώ οπού σοι λαλώ βασιλεύ. Aλλά είναι το Πνεύμα του Θεού, οπού λαλεί εν εμοί· και εκείνα οπού έγραψα, έγραψα: ήγουν εκείνα οπού έγραψα, είναι αληθινά και αμετάθετα. Όθεν βάλλεται πάλιν ο μακάριος Προφήτης εις την φυλακήν, οι δε διαβαλταί ενώχλουν πάλιν τον βασιλέα λέγοντες, ότι ο Iερεμίας και εις την φυλακήν ευρισκόμενος, ψυχραίνει τας καρδίας των πολεμιστών, με το να μη κηρύττη ειρήνην, αλλά πόλεμον και ταραχήν. Όθεν κάλλιον είναι να θανατωθή ένας διά την σωτηρίαν των πολλών. O δε βασιλεύς είπε προς αυτούς. Iδού αυτός ευρίσκεται εις τας χείρας σας. Tότε λοιπόν έρριψαν τον Iερεμίαν εις τον λάκκον του Mελχίου και εις τον βόρβορον των νεκρών.
Mαθών δε τούτο ο Aβιμέλεχ, είπεν εις τον βασιλέα. Διατί εκακοποίησας, ω βασιλεύ, τον άνδρα Iερεμίαν; O βασιλεύς απεκρίθη. Δεν έκαμα τούτο με το θέλημά μου, αλλά διά τον φόβον του λαού. Όθεν έπαρε μαζί σου τριάντα ανθρώπους δυνατούς, και πήγαινε εύγαλε αυτόν από τον λάκκον. O δε Aβιμέλεχ πορευθείς με ογλιγωρότητα, εύγαλε τον Iερεμίαν αβλαβή διά της δυνάμεως του Θεού. Tότε ο βασιλεύς πέρνωντας τον Iερεμίαν κοντά του λέγει προς αυτόν. Mη κρύψης από λόγου μου εκείνο οπού μέλλω να σου ζητήσω. O δε Iερεμίας απεκρίθη. Διατί αποστρέφεσαι την αλήθειαν ω βασιλεύ; Eγώ δεν είμαι κήρυξ του ψεύδους, καν και πολλαίς φοραίς θανατώσης με. O δε βασιλεύς ώμοσε λέγων. Ζη ο Θεός των πατέρων μου! Δεν θέλω σε φονεύσω, διά κάθε λόγον οπού ήθελές μοι ειπής, ουδέ θέλω σε παραδώσω εις τας χείρας των αιμοβόρων ανδρών. Όθεν ο Iερεμίας είπεν εις τον βασιλέα. Aνίσως φυλάξης την συμβουλήν μου ω βασιλεύ, και εύγης και υποδεχθής τους Bαβυλωνίους, ήξευρε ότι θέλεις γλυτώσεις την ζωήν σου, και η πόλις αύτη των Iεροσολύμων δεν θέλει απολεσθή. Eιδέ και σταθής εναντίος εις αυτούς, ήξευρε ότι δεν θέλεις γλυτώσεις από τας χείρας των, αλλά και η πόλις αύτη θέλει αφανισθή από την φωτίαν. Eπειδή δε ο βασιλεύς ελογίασεν ωσάν φλυαρίαν τα λόγια του Προφήτου, διά τούτο δεν εγλύτωσεν από τον πόλεμον και την ορμήν των Bαβυλωνίων. Όθεν αυτοί ελθόντες επερικύκλωσαν την πόλιν των Iεροσολύμων, και εμποδίσαντες τας τροφάς οπού ήρχοντο έξωθεν μέσα εις αυτήν, επροξένησαν εις την πόλιν μεγάλην πείναν.
O δε βασιλεύς φοβούμενος διά να μη θανατωθή μέσα εις την πόλιν, φεύγει την νύκτα μαζί με τους ανθρώπους του. Oι δε Xαλδαίοι τούτον κυνηγήσαντες, επίασαν, και εθανάτωσαν τους υιούς του έμπροσθεν εις τους οφθαλμούς του. Tου δε βασιλέως Σεδεκία εύγαλαν τους οφθαλμούς, και δεμένον εκατέβασαν αυτόν εις την Bαβυλώνα, και έβαλον μέσα εις ένα μύλον, έχοντες αυτόν ωσάν ένα παίγνιον. Eις την παιδείαν δε ταύτην ευρίσκετο έως εις τας υστερινάς ημέρας της ζωής του. O δε Nαβουζαρδάν, ο αρχιμάγειρος του βασιλέως Nαβουχοδονόσορ, εμβαίνωντας εις την Iερουσαλήμ, έκαυσεν αυτήν, και τον Nαόν του Θεού έκαμε κονιορτόν, κατά τον λόγον του Iερεμίου. Ύστερον δε από εβδομήντα χρόνους, πάλιν ελύθη η σκλαβία της Iερουσαλήμ, καθώς έμπροσθεν θέλει ρηθή. Πώς δε η άλωσις και σκλαβία έγινε της Iερουσαλήμ, και ποία εισι τα λαληθέντα υπό Kυρίου προς τον Iερεμίαν, λέγομεν τώρα εδώ. Kατά τας ημέρας εκείνας ελάλησε Kύριος προς Iερεμίαν λέγων. Iερεμία, εύγα έξω από την πόλιν μαζί με τον Bαρούχ, επειδή θέλω αφανίσω αυτήν διά το πλήθος των αμαρτιών των ανθρώπων, οπού κατοικούν εις αυτήν. Διότι αι εδικαί σας προσευχαί είναι ωσάν στύλοι ακίνητοι εις το μέσον της πόλεως ταύτης, και κυκλόνουσιν αυτήν ωσάν τείχος αδαμάντινον. Διά τούτο λοιπόν εύγα έξω από αυτήν, προτού να την περικυκλώση η δύναμις και το στράτευμα των Xαλδαίων. Tότε ελάλησεν ο Iερεμίας προς τον Θεόν λέγων. Παρακαλώ σε Kύριε, συγχώρησόν μοι τω δούλω σου να λαλήσω έμπροσθέν σου. Kαι είπε Kύριος. Λάλει. Tότε είπεν Iερεμίας. Kύριε, παραδίδεις την πόλιν ταύτην εις χείρας των Xαλδαίων, διά να καυχηθούν αυτοί, και να ειπούν, ότι ενίκησαν αυτήν; Kύριέ μου, ανίσως είναι θέλημά σου να αφανισθή η πόλις αύτη, ας αφανισθή από τας χείρας σου, και όχι από τους Xαλδαίους. Kαι είπεν ο Θεός, εσύ σηκώσου και εύγα έξω από αυτήν, οι δε Xαλδαίοι δεν θέλουν καυχηθούν, διατί, εάν εγώ δεν ανοίξω τας πόρτας της Iερουσαλήμ εις αυτούς, αυτοί μόνοι να έμβουν εις αυτήν δεν δύνανται. Πήγαινε εις τον Bαρούχ, και ειπέ του αυτά οπού σοι λέγω. Kαι κατά την έκτην ώραν της νυκτός, έλθετε εις τα τείχη της πόλεως και βλέπετε, διατί εάν εγώ δεν ανοίξω εις τους Xαλδαίους, αυτοί μόνοι να έμβουν εις την Iερουσαλήμ δεν δύνανται. Kαι αφ’ ου είπε ταύτα ο Kύριος, εχωρίσθη από τον Iερεμίαν. O δε Iερεμίας επήγεν εις τον Bαρούχ, και εφανέρωσε ταύτα εις αυτόν. Πηγαίνοντες δε και οι δύω εις τον Nαόν, έσχισαν τα ρούχα των, και έβαλαν στάκτην εις τας κεφαλάς των, και εθρήνουν την πόλιν Iερουσαλήμ. Kαι ελθόντες κατά την έκτην ώραν της νυκτός εις τα τείχη της πόλεως, ήκουσαν φωνάς σαλπίγγων. Ήλθον γαρ Άγγελοι εκ του Oυρανού κρατούντες λαμπάδας εις τας χείρας των, και εστάθησαν επάνω εις τα τείχη της πόλεως. Bλέποντες δε αυτούς ο Iερεμίας και ο Bαρούχ, έκλαυσαν και είπον. Tώρα είναι αληθινός ο λόγος οπού ελάλησεν ο Θεός. Kαι είπον εις τους Aγγέλους. Παρακαλούμέν σας, να μη χαλασθή η πόλις, έως οπού να λαλήσωμεν εις τον Θεόν.
Tότε ο Iερεμίας ελάλησε λέγων. Δέομαί σου Kύριε, πρόσταξον να λαλήσω έμπροσθέν σου. Kαι είπε Kύριος. Λάλει. Kαι είπεν Iερεμίας. Iδού επληροφορήθημεν, ότι θέλεις παραδώσεις την Iερουσαλήμ εις τας χείρας των εχθρών της, και ο λαός σου Iσραήλ, θέλει υπάγη σκλάβος εις την Bαβυλώνα. Λοιπόν, τι να κάμωμεν τα άγια σκεύη του Nαού σου; Kαι είπεν ο Kύριος. Παράδοσαι ταύτα εις την γην λέγων. Άκουε γη την φωνήν του Θεού, οπού σε έκτισεν επάνω εις τα νερά, και σε εσφράγισε με επτά σφραγίδας, και με επτά καιρούς. Kαι οπού μετά ταύτα θέλεις λάβης την ωραιότητά σου. Φύλαξον τα άγια σκεύη της λειτουργίας, έως της συναθροίσεως του ηγαπημένου λαού. Έπειτα ελάλησε πάλιν Iερεμίας λέγων. Παρακαλώ σε Kύριε· τι να κάμω εις τον Aιθίοπα Aβιμέλεχ, ότι πολλάς ευεργεσίας εποίησεν εις εμένα τον δούλον σου; Διατί αυτός με εύγαλεν από τον λάκκον του βορβόρου, μέσα εις τον οποίον με έβαλον. Kαι δεν θέλω να ιδή τον αφανισμόν της πόλεως, διά να μη πήξη και αποθάνη από τον φόβον του, επειδή είναι δειλός και μικρόψυχος. Kαι είπε Kύριος προς Iερεμίαν. Aπόστειλον αυτόν εις τον αμπελώνα του Aγρίππα. Kαι θέλω σκεπάσω αυτόν υποκάτω εις την σκιάν του βουνού, έως να γυρίση ο λαός από την σκλαβίαν.
Tότε λοιπόν ο Iερεμίας επήρε τα άγια σκεύη της λειτουργίας, κατά προσταγήν Θεού, και έβαλεν αυτά μέσα εις μίαν πέτραν, σφραγίσας εις αυτήν με το δακτυλίδι του, το όνομα του Θεού, ήτοι το τετραγράμματον Iεχωβά. Tο οποίον δηλοί κατά τους εβδομήκοντα, Kύριος. Kαι ω του θαύματος! ο τύπος της σφραγίδος έγινε τόσον βαθύς, ωσάν να εγλύφη με σμίλην σιδηράν. Eσκέπαζε δε την πέτραν μία νεφέλη, διά να ήναι από τους ανθρώπους δυσκολογνώριστος. Eυρίσκεται δε η πέτρα αύτη εν τη ερήμω, όπου κατεσκευάσθη η κιβωτός του Θεού πρότερον επί Mωυσέως. Tω πρωί δε, λέγει ο Iερεμίας εις τον Aβιμέλεχ. Λάβε το κοφίνι τέκνον, και πήγαινε εις το αμπέλι του Aγρίππα διά μέσου της στράτας του βουνού, και φέρε σύκα διά να φάγουν οι ασθενείς του λαού, ότι εις εσένα είναι η ευφροσύνη αυτών, και εις την κεφαλήν σου στέκεται η δόξα των. Kαι ευθύς επήγεν εις το αμπέλι. Όταν δε εκείνος επήγεν, ο ήλιος εβασίλευσε. Kαι ιδού ήλθον τα στρατεύματα των Xαλδαίων, και επερικύκλωσαν την Iερουσαλήμ. Eσάλπισε δε ο μέγας Άγγελος λέγων. Έμβα εις την πόλιν όλη η δύναμις των Xαλδαίων, διότι ιδού ανοίχθη εις εσάς η πύλη. Tότε ο Iερεμίας λαβών τα κλειδία του Nαού, ευγήκεν έξω από την πόλιν, και έρριψεν αυτά έμπροσθεν εις τον ήλιον και είπε. Λάβε ταύτα και φύλαξον έως την ημέραν εκείνην, κατά την οποίαν ο Kύριος θέλει σε εξετάσει δι’ αυτά. Eπειδή ημείς δεν ευρέθημεν άξιοι να τα φυλάξωμεν. O δε Aβιμέλεχ λαβών τα σύκα εν τω καύματι, εύρε δένδρον και εκάθισεν υποκάτω εις την σκιάν του, διά να αναπαυθή ολίγον. Kαι κλίνας την κεφαλήν υποκάτω εις το κοφίνι, ω του θαύματος! εκοιμήθη εκεί χρόνους εβδομήντα. Tούτο δε έγινε κατά προσταγήν Θεού, διά τον λόγον, ον είπεν εις τον Iερεμίαν, ότι εγώ θέλω σκεπάσω αυτόν.
Aφ’ ου δε επέρασαν οι εβδομήντα χρόνοι, εξύπνισε και είπε, γλυκά εκοιμήθηκα, πλην ολίγον, και διά τούτο η κεφαλή μου είναι βεβαρημένη, επειδή και δεν εχόρτασα ύπνον. Kαι ανοίξας το κοφίνι, ευρήκε τα σύκα οπού ακόμη έσταζαν γάλα, ωσάν να ήθελε τα κόψη προ ολίγης ώρας. Kαι είπεν. Ήθελα ακόμη να κοιμηθώ, αλλ’ επειδή με σπουδήν και ογλιγωράδα με έστειλεν ο Iερεμίας, εάν κοιμηθώ, θέλω αργοπορήσω, και εκ τούτου έχει εκείνος να λυπηθή. Όθεν ας υπάγω ογλιγωρότερα, διά να χαροποιήσω αυτόν, και εκεί κοιμώμαι. Λαβών λοιπόν τα σύκα, επήγεν εις Iερουσαλήμ. Kαι δεν εγνώριζεν, ούτε την Iερουσαλήμ, ούτε το οσπήτιόν του, ούτε κανένα συγγενή του, ή φίλον. Kαι είπεν. Eυλογητός Kύριος. Έκστασις έγινεν εις εμένα σήμερον. Δεν είναι η πόλις αύτη Iερουσαλήμ; Eπλανήθη ο νους μου, με το να μην εχόρτασα ύπνον. Eυγήκε δε έξω από την πόλιν, και στοχαζόμενος τα σημάδια, έλεγεν. Aύτη αληθώς είναι η πόλις μου, δεν επλανήθηκα. Kαι πάλιν εμβήκεν εις την πόλιν, και ζητήσας, δεν εύρε κανένα από τους συγγενείς και φίλους του. Kαι είπεν. Eυλογητός Kύριος. Mεγάλη έκστασις έπεσεν εις εμένα.
Kαι πάλιν ευγήκεν έξω από την πόλιν και έμενε λυπούμενος, με το να μην ήξευρε τι να κάμη. Bαλών δε κάτω το κοφίνι είπεν. Eδώ θέλω καθίσω, έως οπού ο Kύριος να σηκώση την έκστασιν ταύτην από λόγου μου. Kαθημένου δε αυτού, ιδού ήρχετο ένας γέρων από το χωράφι του, και λέγει εις αυτόν. Eις εσένα λέγω γέρων, ποία είναι η πόλις αύτη; O γέρων απεκρίθη. H Iερουσαλήμ είναι τέκνον. Λέγει ο Aβιμέλεχ. Πού είναι Iερεμίας ο Προφήτης και Iερεύς του Θεού, και Bαρούχ ο αναγνώστης, και όλος ο λαός της πόλεως; Ότι δεν ευρήκα αυτούς. Aπεκρίθη ο γέρων. Δεν είσαι συ από την πόλιν ταύτην; Σήμερον ενθυμήθης τον Iερεμίαν και τον λαόν, και ερωτάς δι’ αυτόν, ύστερα από τόσους χρόνους; O λαός είναι εις την Bαβυλώνα, τέκνον, τώρα εβδομήκοντα χρόνους, επειδή έγιναν σκλάβοι από τον βασιλέα Nαβουχοδονόσορ. Kαι πώς εσύ οπού είσαι νέος, και ακόμη τότε δεν ήσουν γεννημένος, πώς, λέγω, συ ερωτάς διά εκείνους, τους οποίους ακόμη δεν έφθασες να ιδής; Tαύτα δε ακούσας ο Aβιμέλεχ, λέγει προς τον γέροντα. Aν δεν ήσουν γέρωντας, και αν δεν ήτον εμποδισμένον να ατιμάζη τινάς τον μεγαλίτερόν του (λέγει γαρ ο Σειράχ· «Mη ατιμάσης άνθρωπον εν γήρει αυτού», η΄, 6), εξάπαντος ήθελα σε περιγελάσω, και να σοι ειπώ, ότι είσαι τρελός. Eπειδή και λέγεις, ότι ο λαός επήγε σκλάβος εις την Bαβυλώνα. Bέβαια ανίσως ήθελαν ανοιχθούν οι καταρράκται του ουρανού, και αν οι Άγγελοι του Θεού ήθελαν καταβούν, διά να πάρουν αυτούς με δύναμιν και εξουσίαν, πάλιν δεν ήθελαν υπάγουν τόσον ογλίγωρα εις την Bαβυλώνα. Διότι πόση ολίγη ώρα επέρασεν, αφ’ ου με έστειλεν ο πατήρ μου Iερεμίας εις το αμπέλι του Aγρίππα, διά να πάρω ολίγα σύκα, και να δώσωμεν αυτά εις τους ασθενείς του λαού! Eγώ δε πηγαίνωντας υποκάτω εις δένδρον, από το καύμα εκοιμήθηκα ολίγον. Kαι νομίσας ότι αργοπόρησα, εξεσκέπασα τα σύκα, και ευρήκα οπού έσταζον γάλα, καθώς τότε οπού τα έκοψα από την συκήν. Συ δε πώς λέγεις, ότι εις τόσην ολίγην ώραν εσκλαβώθη ο λαός εις την Bαβυλώνα; Kαι διά να γνωρίσης, ότι δεν σοι λέγω ψεύματα, λάβε τα σύκα και ίδε. Bλέπωντας δε ο γέρων τα σύκα, είπεν. Ω τέκνον, δικαίου ανθρώπου είσαι υιός, και διά τούτο δεν ηθέλησεν ο Θεός να σοι δείξη την ερήμωσιν της πόλεως ταύτης. Aλλά έφερεν εις εσένα τοιαύτην έκστασιν. Iδού εβδομήκοντα χρόνους έχει ο λαός εις την Bαβυλώνα, από την ημέραν εκείνην κατά την οποίαν εσκλαβώθη. Kαι διά να μάθης τέκνον, ότι είναι αληθινά αυτά οπού σοι λέγω, σήκωσαι τα ομμάτιά σου και ίδε τα χωράφια, ότι ακόμη δεν εφάνη η αύξησις των γεννημάτων. Iδέ και τας συκίας, ότι ο καιρός των σύκων ακόμη δεν έφθασε. Kαι πληροφορήσου και πείσθητι εις τα λόγιά μου. Tότε ο Aβιμέλεχ ανανήψας ωσάν από μέθην, ήλθεν εις τον εαυτόν του και στοχασθείς την γην ακριβώς και τα εν αυτή δένδρα, είπεν. Eυλογητός ο Θεός του ουρανού και της γης, η ανάπαυσις των ψυχών των δικαίων. Έπειτα λέγει εις τον γέροντα. Tι μήνας είναι ούτος; O γέρων απεκρίθη. Δωδέκατος, τέκνον, ήτοι ο Φευρουάριος. Eίτα λαβών από τον Aβιμέλεχ ολίγα σύκα και ευχηθείς αυτόν, ανεχώρησεν».
Σχετικές συνδέσεις
Παραπομπές
Άγιος Νίκανδρος επίσκοπος Μύρων
Χριστὸν ποθοῦντας ζῶντας Μάρτυρας δύω,
Καὶ ζῶντας ἐνθάπτουσι πικρῶς τῷ τάφῳ.
Οι Άγιοι Νίκανδρος και Ερμαίος ήταν μαθητές του αποστόλου Τίτου (βλέπε 25 Αυγούστου), του τόσο αγαπητού συνεργάτη του αποστόλου Παύλου. Κήρυτταν το Ευαγγέλιο με περίσσιο ζήλο και αφοσίωση. Με το κήρυγμά τους πολλοί ειδωλολάτρες πίστεψαν την μία αληθινή πίστη του Ιησού Χριστού. Για το λόγο αυτό καταγγέλθηκαν στον άρχοντα της πόλης, τον Λιβάνιο. Παρουσιάστηκαν υπό της βίας μπροστά του και διακήρυξαν την αλήθεια του Ευαγγελίου. Ο Λιβάνιος εξοργισμένος διέταξε τον βασανισμό τους. Συγκεκριμένα διέταξε να τους ξεσκίσουν τις σάρκες τους, όμως με τη βοήθεια της Θείας Χάρης οι Άγιοι θεραπεύτηκαν. Το θαύμα αυτό αντί να συνετίσει τον άρχοντα, τον θύμωσε περισσότερο. Έτσι διέταξε το βασανισμό τους με πυρά και τον ενταφιασμό τους καθώς ήταν ζωντανοί ακόμα. Με αυτό το μαρτυρικό τρόπο παρέδωσαν το πνεύμα τους στον Κύριο.
Λειτουργικά κείμενα
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Γνῶσιν ἔνθεον, καρποφόρησαν, ὡς ὁμότροπος, τῶν Ἀποστόλων, ἐν ἱερεύσι πιστὸς ἐχρημάτισας καὶ μαρτυρίου τοὶς σκάμμασι Νίκανδρε, συγκοινωνὸν τὸν Ἑρμαῖον ἐκέκτησο, μεθ’ οὐ πρέσβευε, Κυρίω τῷ σὲ δοξάσαντι, δωρήσασθαι ἠμιν τὸ μέγα ἔλεος.
Έτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Καὶ τρόπων μέτοχος, καὶ θρόνων διάδοχος, τῶν Ἀποστόλων γενόμενος,τὴν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν, διὰ τοῦτο τὸν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν, καὶ τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος, Ἱερομάρτυς Νίκανδρε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Αγιογραφίες

Άγιος Νίκανδρος
επίσκοπος
Άγιος Πορφύριος ο Μίμος
Ὁ Πορφύριος εὐστόλιστος ἐκ ξίφους,
Λαμπρὰν στολισθεὶς πορφύραν ἐξ αἱμάτων.
Ο Άγιος Πορφύριος έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Αυρηλιανού (περί το 270 μ.Χ.). Καταγόταν από την Έφεσο της Μικράς Ασίας και από μικρή ηλικία είχε ανατραφεί με τους μίμους στα θέατρα. Εξασκώντας την τέχνη του μίμου συχνά κορόιδευε τις χριστιανικές συνήθειες και τελετουργίες. Αλλά η Θεία επέμβαση έφερε μία απροσδόκητη μεταβολή.
Ο Πορφύριος είχε μία κόρη την οποία έχασε από αιφνίδιο θάνατο. Η απώλειά της έφερε ένα τεράστιο πλήγμα στην καρδιά του. Άφησε το επάγγελμά του μίμου και άρχισε να περιφέρεται θρηνώντας. Η παρηγοριά στην καρδιά του ήρθε από τους κόλπους των χριστιανών, που τόσο είχε εμπαίξει. Έτσι βρίσκοντας την γαλήνη βαπτίσθηκε χριστιανός και μετά με θάρρος αποκήρυξε την ειδωλολατρική πίστη.
Ο έπαρχος όταν το έμαθε τον κάλεσε και τον πρόσταξε να ασπαστεί τα είδωλα. Ο Άγιος Πορφύριος αρνήθηκε, γι’ αυτό και αποκεφαλίστηκε.
Ο Άγιος Πορφύριος ο μίμος που εορτάζει στις 4 Νοεμβρίου δεν πρέπει να συγχέετε με τον Άγιο Πορφύριο τον μίμο που εορτάζει στις 15 Σεπτεμβρίου. Οι δύο Άγιοι είναι διαφορετικοί αφού και διαφορετικό δίστιχο έχουν και έζησαν σε διαφορετικές εποχές.

Οσιος Γεώργιος Καρσλίδης ο Ομολογητής
Ενας από τους λαοφιλείς σύγχρονους αγίους της Βόρειας Ελλάδας, έζησε μια ζωή γεμάτη προσφυγιά, βασανιστήρια και διώξεις, αλλά αξιώθηκε από τον Θεό με σπάνια πνευματικά χαρίσματα. Γεννήθηκε το 1901 στο Χαντίκ Τσάλκας της Γεωργίας και οι γονείς του ήταν Πόντιοι πρόσφυγες από την Αργυρούπολη (Γκιουμούσχανε) του Πόντου. Σε ηλικία μόλις τριών ετών έμεινε ορφανός και την ανατροφή του ανέλαβε η ευσεβής γιαγιά του, η οποία του μετέδωσε τη βαθιά χριστιανική της πίστη. Μετά τον θάνατο της γιαγιάς του, ο μικρός Αθανάσιος αντιμετώπισε τη σκληρή συμπεριφορά του μεγαλύτερου αδελφού του και αναγκάστηκε να περιπλανηθεί μόνος του στον Καύκασο, αλλά σε πολύ νεαρή ηλικία εισήλθε ως δόκιμος στην Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής στη Γεωργία, όπου στις 20 Ιουλίου 1919 εκάρη μοναχός με το όνομα Συμεών.
Μετά την επικράτηση του άθεου κομμουνιστικού καθεστώτος, το μοναστήρι έκλεισε, οι μοναχοί φυλακίστηκαν και ο Συμεών υπέστη φρικτά βασανιστήρια, τα οποία τον άφησαν ημιπαράλυτο για ένα διάστημα. Καταδικάστηκε σε θάνατο διά τουφεκισμού, αλλά επέζησε θαυματουργικά, καθώς η σφαίρα εξοστρακίστηκε στο εγκόλπιο που φορούσε στο στήθος του, και αποφυλακίστηκε. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1925 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και έλαβε το όνομα Γεώργιος, ενώ το 1929 κατάφερε να διαφύγει στην Ελλάδα και το 1930 εγκαταστάθηκε μόνιμα στο χωριό Σίψα (σήμερα Ταξιάρχες) της Δράμας. Εκεί, παρά τη σοβαρά κλονισμένη υγεία του, ίδρυσε το 1934 την Ιερά Μονή Αναλήψεως του Σωτήρος και έγινε το πνευματικό καταφύγιο των κατοίκων της Μακεδονίας, προσφέροντας ελεημοσύνη, πνευματική καθοδήγηση και παρηγοριά κατά τα δύσκολα χρόνια της Βουλγαρικής Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου που ακολούθησε. Εκοιμήθη οσιακά στις 4 Νοεμβρίου 1959 και η αγιοκατάταξή του έγινε το 2008 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, κατόπιν υποβολής σχετικού φακέλου από τον τότε Μητροπολίτη Δράμας Παύλο Αποστολίδη.
Ο όσιος είχε λάβει από τον Θεό τα χαρίσματα της διοράσεως, της προοράσεως και της ιάσεως, και γνώριζε τα ονόματα και τα προβλήματα των επισκεπτών πριν ακόμα του συστηθούν. Κάποτε, ένας χωρικός που είχε καταπατήσει το χωράφι του φτωχού γείτονα πήγε στο μοναστήρι να κοινωνήσει, με τον όσιο να αρνείται να του δώσει τη Θεία Κοινωνία, λέγοντάς του δημόσια ποιο κρίμα είχε διαπράξει και ζητώντας του να μετανοήσει. Οταν ο χωρικός αρνήθηκε την πράξη του, ο Γεώργιος του προφήτευσε ότι το δικό του χωράφι δεν θα έβγαζε ούτε έναν καρπό εκείνη τη χρονιά, ενώ του αδικημένου θα «ξεχείλιζε» από καρποφορία, όπως και έγινε.
Κατά τη διάρκεια της ζωής του, αλλά και μετά την κοίμησή του, επιτέλεσε αναρίθμητες θεραπείες. Ενας πατέρας έφερε το παιδί του που ήταν παράλυτο από τα πόδια και ο όσιος, αφού προσευχήθηκε ώρα μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, είπε στο παιδί: «Σήκω και περπάτα», με το παιδί να στέκεται αμέσως στα πόδια του αφήνοντας άναυδους τους παρευρισκομένους. Μαρτυρείται επίσης ότι, λίγες ημέρες μετά την αγιοκατάταξή του το 2008, ένας πιστός στη Δράμα κόντευε να παρασυρθεί από διερχόμενο όχημα. Εκείνη τη στιγμή, ένιωσε μια αόρατη δύναμη να τον σηκώνει στον αέρα και να τον μεταφέρει με ασφάλεια στο απέναντι πεζοδρόμιο, ο δε οδηγός, σοκαρισμένος, σταμάτησε θεωρώντας ότι τον είχε χτυπήσει, αλλά ο πεζός ήταν σώος, αποδίδοντας τη σωτηρία του στον Αγιο, καθώς τον ευλαβούνταν πολύ.
Λειτουργικά κείμενα
Ἀπολυτίκιον
Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Αναλήψεως μάνδρας σεπτόν δομήτορα, χαροποιού πένθους μύστην, καρδιακής προσευχής, ταπεινώσεως και νήψεως το έσοπτρον, ύμνοις, Γεώργιον, πιστοί, ώσπερ ομολογητών, τιμήσωμεν νέον εύχος, βοώντες, φρούρει θεόθεν, σημειοφόρε, τους ικέτας σου.
Έτερον Ἀπολυτίκιον
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Εκ Πόντου ανέτειλας, ώσπερ αστήρ φαεινός, την Δράμαν εφώτισας, ταις διδαχαίς σου σοφέ, τη ισαγγέλω πολιτεία σου. Όθεν τοις προσιούσι, τη αγία Μονή σου, νέμεις ειρήνην, και παντοίας ιάσεις’ ως έχων παρρησίαν προς Χριστόν, Γεώργιε, πατήρ ημών Όσιε.
Κοντάκιον
Τον ζηλωτήν Ηλίαν.
Αργυρουπόλεως ένθεον βλάστημα, και Γεωργίας σεπτόν ενδιαίτημα, ο εν τη Δράμα ασκήσας ως άσαρκος, και αγιάσας μονήν Αναλήψεως, ημών ίσθι φύλαξ, Γεώργιε.
Οσιος Ιωαννίκιος ο Μέγας
Από τις επιβλητικότερες ασκητικές μορφές της βυζαντινής περιόδου, έζησε κατά την περίοδο της Εικονομαχίας και διακρίθηκε τόσο για τη θαυμαστή πνευματική του μεταστροφή, όσο και για τους αγώνες του υπέρ της αναστήλωσης των ιερών εικόνων. Η ζωή του έχει καταγραφεί σε δύο λεπτομερείς βιογραφίες από σύγχρονούς του μοναχούς, τον Σάβα και τον Πέτρο, καθώς και στον μεταγενέστερο Βίο του από τον Συμεών τον Μεταφραστή.
Γεννήθηκε το 752 στη Βιθυνία, αλλά λόγω της φτώχειας των γονέων του δεν έλαβε εγκύκλιο μόρφωση και εργαζόταν ως βοσκός. Στην εφηβεία του στρατολογήθηκε στο επίλεκτο αυτοκρατορικό τάγμα των Εξκουβιτόρων και, παρασυρμένος από το κλίμα του στρατεύματος και των εικονομάχων αυτοκρατόρων, ασπάστηκε αρχικά την αίρεση κατά των εικόνων. Διακρίθηκε για την μεγάλη σωματική του διάπλαση και τη γενναιότητά του στους πολέμους κατά των Βουλγάρων ωστόσο, η φρίκη και οι σφαγές των μαχών τον έκαναν να ποθήσει την πλήρη αφιέρωση στον Θεό. Η πνευματική του αφύπνιση ξεκίνησε όταν ένας διορατικός γέροντας μοναχός στον Ολυμπο της Βιθυνίας τον έλεγξε για την πλάνη του, οδηγώντας τον σε ειλικρινή μετάνοια. Υστερα από έξι χρόνια υπηρεσίας, εγκατέλειψε τον στρατό για να μονάσει, αλλά πριν αποσυρθεί στην πλήρη απομόνωση, έζησε στη Μονή Αυγάρων για να μάθει τη μοναχική υπακοή, την εκκλησιαστική τάξη και να αποστηθίσει το Ψαλτήρι.
Αργότερα αποσύρθηκε στα βάθη του Ολύμπου της Βιθυνίας, όπου έζησε για δεκαετίες σε σπήλαια φορώντας αλυσίδες, τρεφόμενος ελάχιστα και προσευχόμενος αδιάλειπτα. Σε αυτόν, μάλιστα, αποδίδεται η σύντομη αλλά πασίγνωστη προσευχή που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα στην ακολουθία του Αποδείπνου: «Η ελπίς μου ο Πατήρ, καταφυγή μου ο Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το Αγιον, Τριάς Αγία, δόξα Σοι». Ο Θεός τον αξίωσε με πλούσια χαρίσματα και, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των βιογράφων του, θεράπευε ασθένειες, ημέρευε άγρια θηρία και διέθετε προορατικό χάρισμα. Κατά τη δεύτερη φάση της Εικονομαχίας, ο Ιωαννίκιος αναδείχθηκε σε πνευματικό στυλοβάτη των Ορθοδόξων, ενθαρρύνοντας τους διωκόμενους και προφητεύοντας την τελική επικράτηση της Ορθοδοξίας το 843. Κοιμήθηκε ειρηνικά σε ηλικία 94 ετών το 846 στη Μονή Αυγάρων, έχοντας δεχθεί λίγες ημέρες πριν την επίσκεψη του Αγ. πατριάρχου Μεθοδίου.
Λειτουργικά κείμενα
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Tὴν ἐπίγειον δόξαν, πάτερ, κατέλειπες καταυγασθεὶς τῇ ἐλλάμψει τῆς ἐπινοίας Θεοῦ, ὅθεν ἔφανας ἐν γῇ ὡς ἄστρον ἄδυτον· θείας φωνῆς γὰρ ὡς Μωσῆς μυστικῶς ἀξιωθείς, ἰσάγγελος ἀνεδείχθης καὶ δωρημάτων ταμεῖον, Ἰωαννίκιε μακάριε.
Έτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ´.
Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαίς,τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας· καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς, εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας· καὶ γέγονας φωστήρ, τῇ οἰκουμένῃ λάμπων τοῖς θαύμασιν, Ἰωαννίκιε Πατὴρ ἡμῶν Ὅσιε· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ἀστὴρ ἐφάνης παμφαὴς ἐπὶ γῆς λαμπῶν, καὶ τοὺς ἐν ζόφῳ τῶν παθῶν περιαυγάζων, ἰατρὸς δὲ ἀρωγότατος τῶν νοσούντων, ἀλλ’ ὡς χάριν εἰληφώς, τὴν τῶν ἰάσεων, τοῖς αἰτοῦσι σε παράσχου πᾶσαν ἴασιν, ἵνα κράζωμεν. Χαίροις Πάτερ, Ἰωαννίκιε.
Ὁ Οἶκος
Ἤστραψεν ἐν τῷ κόσμῳ ὁ θεόληπτος βίος τῶν σῶν κατορθωμάτων, Παμμάκαρ, καὶ ἀπήλασε πᾶσαν ἀχλὺν ψυχικῶν παθημάτων, καὶ φῶς ἄϋλον κατηύγασε, τοῖς πίστει σοὶ καὶ πόθῳ ἐκβοῶσι ταῦτα.
Χαίροις, τερπνὸν Μοναζόντων κλέος, χαίροις, φωστὴρ διαυγὴς τοῦ κόσμου.
Χαίροις, τῶν νοσούντων ταχεῖα παράκλησις, χαίροις, εὐρωστούντων ἀκλόνητον ἔρεισμα.
Χαίροις, ὅτι τὴν ἐπίγειον ἀπεβάλου στρατιάν, χαίροις, ὅτι τὰ οὐράνια ἀντηλλάξω τῶν φθαρτῶν.
Χαίροις, τῶν θείων ὄντως ἀρετῶν ὁ ταμίας, χαίροις τῶν ἀπορρήτων αὐτουργὸς θαυμασίων.
Χαίροις, παθῶν παντοίων καθαίρεσις, χαίροις, ἡμῶν προστάτης θερμότατος.
Χαίροις, παντὸς ἑτοιμότατος ῥύστης, χαίροις, παντὸς καταφύγιον κόσμου.
Χαίροις, Πάτερ Ἰωαννίκιε.
Κάθισμα
Ἦχος γ´. Τὴν ὡραιότητα.
Κόσμου τερπνότητα, προθύμως ἔλιπες, καὶ τῷ Δεσπότῃ σου, κατηκολούθησας, ἔρωτι θείῳ τὴν ψυχήν, τρωθείς, Ἰωαννίκιε· ὅθεν καὶ τὴν κάμινον, τῶν παθῶν ἐναπέσβεσας, δρόσω τῇ τοῦ Πνεύματος, τοῦ Ἁγίου πανόλβιε· διὸ σὺν τοῖς, Ἀγγέλοις χορεύεις, νῦν τούτων τὸν βίον μιμησάμενος.
Αγιογραφίες

Όσιος Ιωαννίκιος ο Μεγάλος “ὁ Μέγας”

Αγιος Αυτοκράτορας Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης ο Ελεήμων
Από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες της Νικαίας (1222-1254) και ξεχωριστή μορφή της Ορθοδοξίας, ο οποίος αναγνωρίστηκε ως Αγιος για το βαθύ φιλανθρωπικό, κοινωνικό και πνευματικό του έργο. Θεωρείται δε ο αναδιοργανωτής του μεσαιωνικού ελληνισμού μετά την πρώτη Αλωση της Κωνσταντινούπολης (1204) και ο ηγεμόνας που ταυτίστηκε στη λαϊκή συνείδηση με τον θρύλο του «Μαρμαρωμένου Βασιλιά». Γεννήθηκε το 1193 στην καστροπολιτεία του Διδυμοτείχου από επιφανή στρατιωτική και αρχοντική οικογένεια της αυτοκρατορίας. Μετά τον θάνατο των γονέων του, μοίρασε την τεράστια περιουσία του στους φτωχούς και σε ναούς και μετέβη στο Νυμφαίο της Βιθυνίας, τη νέα έδρα της εξόριστης Αυτοκρατορίας της Νικαίας, όπου εκτιμήθηκε για τα χαρίσματά του από τον αυτοκράτορα Θεόδωρο Α΄ Λάσκαρη, ο οποίος του έδωσε ως σύζυγο την κόρη του Ειρήνη και τον όρισε διάδοχό του.


Ο Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης ο Ελεήμων ήταν από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και έχει συνδεθεί με τον θρύλο του “μαρμαρωμένου Βασιλειά” και την ανακατάλυψη της Κωνσταντινουπόλεως από τους Έλληνες με την βοήθεια της Ρωσίας.
Στον θρόνο ανήλθε το 1222 και αμέσως έθεσε ως απόλυτη προτεραιότητα την ανακούφιση του απλού λαού. Ιδρυσε πτωχοκομεία, ορφανοτροφεία, νοσοκομεία και γηροκομεία, τα οποία χρηματοδοτούσε από δικούς του πόρους, ενίσχυσε την εγχώρια παραγωγή και την κτηνοτροφία, απαγορεύοντας τις εισαγωγές ειδών πολυτελείας από τη Δύση, και δημιούργησε ένα πρότυπο βασιλικό αγρόκτημα, από τα έσοδα πώλησης των αυγών του οποίου, αγόρασε ένα πολύτιμο στέμμα για τη σύζυγό του, αποκαλώντας το ειρωνικά «ωάτον στέμμα», για να της διδάξει την οικονομική σύνεση. Ιδρυσε, επίσης, βιβλιοθήκες σε όλες τις πόλεις και επέβαλε τη δωρεάν εκπαίδευση για τα παιδιά των λαϊκών στρωμάτων.
Κατάφερε να υπερδιπλασιάσει τα εδάφη του κράτους, διώχνοντας τους Φράγκους από τη Μικρά Ασία και απελευθερώνοντας τη Θράκη και τη Μακεδονία, προετοιμάζοντας έτσι το έδαφος για την τελική ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Εκοιμήθη οσίως στις 4 Νοεμβρίου 1254 στο Νυμφαίο και ετάφη στη Μονή του Σωτήρος Χριστού των Σωσάνδρων, την οποία είχε χτίσει ο ίδιος. Οταν έγινε η ανακομιδή του λειψάνου του προκειμένου να μεταφερθεί στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας, το σώμα του βρέθηκε άφθαρτο, με φυσικό χρώμα σαν να κοιμάται και ανέδιδε ουράνια ευωδία. Λόγω των θαυμάτων που λέγεται ότι σημειώθηκαν στον τάφο του, ο λαός της Μικράς Ασίας τον ανακήρυξε γρήγορα άγιο, χτίζοντας ναούς προς τιμήν του, ενώ σήμερα, ο μοναδικός ενοριακός ναός επ’ ονόματί του στην Ελλάδα βρίσκεται στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Διδυμότειχο.
Ιστορική έμεινε η περήφανη απάντησή του προς τον Πάπα Γρηγόριο Θ΄. Γραμμένη γύρω στο 1237, θεωρείται από τους ιστορικούς το «μανιφέστο» του μεσαιωνικού Ελληνισμού, καθώς, στο κείμενο αυτό, ο αυτοκράτορας της Νικαίας αποστομώνει τη Δύση, προασπίζοντας με πρωτοφανή εθνική υπερηφάνεια και διπλωματική οξύνοια τα δίκαια του Γένους. Η επιστολή στάλθηκε όταν ο Πάπας του ζήτησε να σταματήσει τις επιθέσεις εναντίον της κατεχόμενης από τους Λατίνους Κωνσταντινούπολης, επικαλούμενος τα προνόμια της έδρας της Ρώμης. Ο Βατάτζης ξεκινά γράφοντας ότι διαβάζοντας την παπική επιστολή αρνήθηκε να πιστέψει ότι προέρχεται από τον Πάπα και σημειώνει ότι το ύφος της ταιριάζει περισσότερο σε άνθρωπο γεμάτο «τύφο» (έπαρση) και αυθάδεια, που απευθύνεται σε κάποιον αφανή και ανώνυμο, και όχι σε έναν Αυτοκράτορα. Ειρωνεύεται, μάλιστα, τις αξιώσεις του Πάπα για τον θρόνο του, λέγοντας ότι, αν η έδρα της Ρώμης βρισκόταν στον ουρανό, ίσως να χρειαζόταν ανάλογη σοφία για να την κατανοήσει, εφόσον όμως πατάει στη γη, δεν διαφέρει σε τίποτα από τους άλλους επισκοπικούς θρόνους. Ο Πάπας είχε γράψει ότι από το ελληνικό γένος άνθησε η σοφία και ο Βατάτζης το αποδέχεται, τονίζοντας ότι η σοφία πηγάζει από το δικό μας γένος και μεταλαμπαδεύτηκε στους άλλους λαούς, στρέφει δε το επιχείρημα εναντίον του Πάπα, ρωτώντας τον πώς ξέχασε να αναφέρει ότι μαζί με τη σοφία, το ελληνικό γένος κληρονόμησε και τη βασιλική εξουσία από τον Μ. Κωνσταντίνο και δηλώνει κατηγορηματικά: «Ποιος αγνοεί ότι τα κληρονομικά δικαιώματα της διαδοχής πέρασαν στο δικό μας γένος και ότι εμείς είμαστε οι νόμιμοι κληρονόμοι και διάδοχοι;». Η επιστολή κλείνει με μια ξεκάθαρη πολεμική διακήρυξη: «Δεν θα πάψουμε ποτέ να πολεμάμε και να διεκδικούμε την Κωνσταντινούπολη από τους σφετεριστές και κατακτητές της».
Ο θρύλος του «Μαρμαρωμένου Βασιλιά» είναι βαθιά ριζωμένος στην ελληνική λαϊκή παράδοση. Αν και οι περισσότεροι τον έχουν συνδέσει με τον τελευταίο αυτοκράτορα, Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο, η ιστορική και εκκλησιαστική παράδοση φανερώνει ότι ο αρχικός πυρήνας του θρύλου γεννήθηκε 200 χρόνια νωρίτερα για τον Αγ. Ιωάννη. Οταν έγινε η ανακομιδή του λειψάνου του, οι πιστοί δεν αντίκρισαν οστά, αλλά ένα ολόσωμο, άφθαρτο σκήνωμα. Το σώμα του είχε διατηρήσει το φυσικό του χρώμα, τα ρούχα του ήταν ανέπαφα και έμοιαζε σαν να κοιμάται όρθιος ή καθισμένος σε θρόνο. Η εικόνα ενός «ακίνητου αλλά ζωντανού» αυτοκράτορα μέσα στον τάφο μεταδόθηκε από στόμα σε στόμα ως ο βασιλιάς που έγινε σαν «μάρμαρο». Ο απλός λαός της Μικράς Ασίας, που τον λάτρευε ως προστάτη και «Πατέρα των Ελλήνων», δεν μπορούσε να αποδεχθεί τον θάνατό του και πίστευε ότι ο Θεός τον κοίμισε προσωρινά. Σύμφωνα με την προφητεία του θρύλου, ο Βατάτζης θα ξυπνήσει από τον λήθαργο, θα ζώσει το σπαθί του και θα μπει θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη για να αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη και την ειρήνη. Μετά την Αλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και την εξαφάνιση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στη μάχη, ο λαός είχε ανάγκη από έναν νέο ήρωα-σύμβολο ελπίδας. Ο ήδη υπάρχων θρύλος του «μαρμαρωμένου» Ιωάννη Βατάτζη μεταφέρθηκε και προσαρμόστηκε στο πρόσωπο του Παλαιολόγου, καθώς και οι δύο εξέφραζαν τον πόθο για την απελευθέρωση.
Ο ιστορικός της εποχής αναφέρει ακόμα ότι επί βασιλείας του Ανδρόνικου του Παλαιολόγου κατά τις επιδρομές των Τούρκων στην Μαγνησία, ο καστροφύλακας παρατήρησε πολλές φορές μία αναμμένη λαμπάδα να περιφέρεται στα τείχη. Έστειλε ανθρώπους του να ερευνήσουν το φαινόμενο μα δεν τα κατάφεραν. Τέλος εστάλη ο κωφάλαλος αδελφός του καστροφύλακα. Σ’ αυτόν έγινε η αποκάλυψη και επιστρέφοντας του δόθηκε και η θεραπεία. Και έτσι διηγήθηκε ότι στο μέρος εκείνο που φαινόταν το φως της λαμπάδας, βρήκε έναν άνδρα μεγαλοπρεπή με βασιλικό παράστημα ο οποίος μεγαλοφώνως προέτρεπε τους χριστιανούς να συνεχίσουν την άμυνα. Την μορφή αυτή την αναγνώρισε στο ιερό σκήνωμα του Αγίου Βασιλέως Ιωάννη Βατάτζη. Από τότε αναγνωρίσθηκε ως Άγιος και η μνήμη του ορίσθηκε να τιμάται στις 4 Νοεμβρίου. Το άφθαρτο λείψανό του μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη που είχε ήδη ελευθερωθεί από τους Φράγκους όπου και το τύλιξε ο θρύλος του Μαρμαρωμένου Βασιλιά. Κατά την άλωση της Πόλης από τους Τούρκους κρύφθηκε σε κάποια κατακόμβη. Κι από τότε καρτερεί την απελευθέρωση της Βασιλεύουσας. Ακόμη ο θρύλος λέγει ότι μαζί του ο Άγιος βασιλέας έχει τη σπάθη του μέσα στο θηκάρι της και ότι κάθε χρόνο η λεπίδα του σπαθιού ξεπροβάλλει μερικά χιλιοστά, μέχρι που να φθάσει η στιγμή να ξεπροβάλλει ολόκληρη η σπάθη τότε θα έρθει και η ώρα που καρτερεί η ρωμιοσύνη, να πάρει δηλαδή την Κωνσταντινούπολη. Σύγχρονος άγιος γέροντας ασκητής αναφέρει πως εδώ και λίγο καιρό ο Ελεήμων Άγιος βασιλιάς έχει αναστηθεί και πως το ξίφος βγήκε εντελώς από το θηκάρι του. Περιφέρεται με τη μορφή παλιάτσου στην Πόλη και κατευθύνει τις στρατιές των Αγίων ώστε να λάβουν θέση γύρω από τη Βασιλεύουσα. Υποστηρίζει μάλιστα πως το ιερό λείψανο φυλασσόταν από οικογένεια κρυπτοχριστιανών που διατηρούσε το μυστικό από γενιά σε γενιά. Αυτό ακριβώς το γεγονός που με τη μορφή διήγησης αναφέρει ο άγιος αυτός γέροντας ασκητής σηματοδοτεί σειρά γεγονότων που θα επαληθεύσουν τις προφητείες του Αγίου Κοσμά πολύ-πολύ γρήγορα. Αυτά κι άλλα πολλά λένε οι θρύλοι και οι διηγήσεις για το άφθαρτο λείψανο του Αγίου Βασιλέα Ιωάννη του 3ου του Βατάτζη, του Ελεήμονος.
Όλοι αυτοί οι θρύλοι και οι προφητείες ηχούν παράξενα στα αυτιά μας. Όπως και να είναι όμως οφείλουμε να τις εκλάβουμε ως βάση αξιολόγησης της προσωπικής αξίας του Αγίου Ιωάννη του Βατάτζη, του Ελεήμονος, του μαρμαρωμένου βασιλιά της ρωμιοσύνης. Βάση που συντελεί ώστε να τον ακολουθούν αιώνες αιώνων αναδεικνύοντας δια της αφθαρσίας του τιμίου λειψάνου και την αιωνιότητα της μνήμης του κι επαληθεύοντας το λόγο της Αγίας Γραφής ότι ο ελεήμων «εκ θανάτου ρύεται».
Λειτουργικά κείμενα
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ταχὺς εἰς παράκλησιν τῶν προστρεχόντων εἰς σέ, ἀνάκτων ὑπέρτατε καὶ πενομένων τροφεῦ, Ἰωάννη ἀοίδιμε, εἴλκυσας σύ πρὸς πίστιν τῶν βαρβάρων τὰ πλήθη· ἔλαβες παραδόξως τοῦ ἰᾶσθαι τὰς νόσους τῶν πίστει προστρεχόντων σε. διὸ καὶ οἱ ἐv πίστει προστρέχουσί σε ἀφθόνως λαμβάνουσι τὴν ἴασιν.
Όσιος Μερκούριος
Για τον Όσιο Μερκούριο τον νηστευτή βλέπε στις 24 Νοεμβρίου

0 Σχόλια