ΜΕΤΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΡΜΑ
του πατέρα Κυριακού Τσουρού, Γραμματέως της Σ. Ε. επί των αιρέσεων
(γ’ μέρος)
Μέ οσα άναφέραμε μέχρι τώρα γιά τή δοξασία της μετενσάρκωσης καί τό Κάρμα, μπορούμε νά πούμε συνοπτικά οτι, στήν πραγματικότητα, η δοξασία αύτή «δέν οδηγεί στήν ανάπτυξη της προσωπικότητας τον ανθρώπου, αλλά στήν εξουδετέρωσή της· δέν καλλιεργεί τίς σχέσεις αμοιβαίας ευθύνης καί άγάπης ανάμεσα στούς ανθρώπους, αλλά τόν ατέρμονα εγωκεντρισμό. Ή πίστη αυτή δέν γνωρίζει έλεος καί απειλεί τά θεμέλια ολόκληρης της κοινωνίας καί τον πολιτισμον μας»1.
Στή συνέχεια θά φωτίσουμε μερικές άκό- μη πτυχές της άντιχριστιανικης αύτης δο – ξασίας, η οποία συχνά προκαλεΐ σύγχυση άκόμη καί μεταξύ Ορθοδόξων χριστιανών.
- Ένα σοβαρό καί δύσκολο πρόβλημα
γιά τούς «μετενσαρκωτές»
Ή μεγαλύτερη δυσκολία καί άμφισβή- τηση πού άντιμετωπίζει η δοξασία της μετενσάρκωσης είναι τό άλυτο πρόβλημα της λήθης. Οί ίδιοι οί θεωρητικοί της δοξασίας αύτης άποδέχονται οτι τό άτομο, κατά τήν νέα του ζωή συνοδεύεται άπό έλλειψη «μνήμης» της προηγούμενης ζωης του, η τών ζωών του.
Ή Τεκτονική Εγκυκλοπαίδεια, στηριζό- μενη κυρίως στόν Papus, επιδιώκει νά ύπερ- πηδήσει τή δυσκολία αύτή συνοψίζοντας εν προκειμένη ολους τούς ισχυρισμούς καί τίς άπόψεις τών «μετεμψυχωτών»: «Τό μετεν- σαρκούμενον εγώ δέν διατηρεί φυσικά συ-
- π. Άντ. Άλεβιζοπούλου, μν. έργ., Μετενσάρκωση η Ανάσταση, σ. 127.
γκεκριμένην ανάμνησιν των προγενεστέρων του υπάρξεων, διότι αϋτη αποθηκεύεται έξω τον κύκλου της φυσικής του συνειδήσεως καί εντός τον αμεταβλήτου εγώ. Ή αμνησία αϋτη αποτελεί ευεργέτημα διά νά μή έχη ή ψυχή συνείδησιν τής αμαρτωλής της ίσως ιστορίας κατά τήν επί τής γής ανακύκλωσίν της, σκοπονσαν τήν τελικήν της εξάγνισιν. Ή ανάμνησις εν τούτοις προηγουμένων βιώσεων είναι δυνατόν νά επανέλθη εις ώρι- σμένα καί ολίγα μόνον άτομα, τά περισσότερον των άλλων εξελιχθέντα, τά οποία διά μακρας προπονήσεως αναπτύσσουν δύναμιν ενοράσεως»2. Ή λήθη είναι «αναπόφευκτη αναγκαιότητα γιά νά αποφευχθεί ή αυτοκτονία». Γι’ αύτό, τό «πνενμα» πρέπει νά πιεΐ «από τό νερό τής Λήθης πρίν επιστρέφει στή γή». Αύτό είναι «δείγμα πρόνοιας καί διευκολύνει τήν εξέλιξη»3.
Τότε ομως παραμένει τό ερώτημα: Άν είναι «εύεργέτημα» νά μήν έχει ή συνείδηση τή μνήμη τής άμαρτωλότητάς της σέ μιά δηθεν προηγούμενη ζωή της, τότε πώς θά «πληρώσει», θά «εξοφλήσει» τό «κακό κάρμα» της πού τήν επανέφερε σέ μιά νέα ενσωμάτωση;
Ή θεοσοφίστρια Μπλαβάτσκυ ύποστη- ρίζει οτι τά φυσικά στοιχεία τού άνθρώπου «διαλύονται μετά τό θάνατο μαζί μ’ όλα τά συστατικά τους, αφανίζεται λοιπόν κι’ ή μνήμη μαζί μέ τόν εγκέφαλο»[1] [2] [3] [4] [5].
Ή άλλη θεοσοφίστρια, η Μπεζάντ, διαφοροποιείται έν μέρει: «Τό “Εγώ”, τό αληθινό “Εγώ” θυμάται. Ό ανθρωπος-κτήνος είναι αυτός πού δέν μπορεί νά θυμηθεί τά περασμένα, αφού δέν εφθασε σέ τέλεια ανταπόκριση μέ τόν “αληθινό εαυτό” του». Τότε μόνο θά θυμηθεί, όταν τό νέο προσωπικό έγώ ένωθεί μέ τό αιώνιο «Έγώ» καί συνταυτιστεί μ’ αύτό (τόν «Δονητή»)5.
Ό Νικ. Μαργιορής έπιδιώκει νά αντιμετωπίσει τό πρόβλημα μέ πιό πρακτικό, περίεργο τρόπο: «υπάρχει ό φόβος ό ανα- μιμνησκόμενος των προηγούμενων ζωών του, νά πληροφορηθεϊ καί οχι πολύ ώραία πράγματα πού εκανε σ’ αυτούς τούς προηγούμενους βίους. Θά μάθει μιά αλήθεια πού δέ θά είναι ούτε ευχάριστη ούτε βοηθητική γιά τήν παρούσα του εξέλιξη – ζωή… ή σαρ- κούμενη ψυχή πρέπει νά μένει απερίσπαστη καί ανεπηρέαστη στίς σχέσεις της μέ τούς ανθρώπους πού εχουν παίξει σπουδαίο ρόλο στή ζωή ή πρόκειται νά παίξουν. Είναι φυσικότατο, όταν κανείς υπεύθυνα πιά πληρο- φορηθεϊ γιά τίς προβιωτές του, νά τοποθετηθεί ανάλογα απέναντι σέ ζώντες σήμερα συναθρώπους, πού τότε τόν αδίκησαν, τόν συκοφάντησαν, τόν φυλάκισαν, τόν φόνευ- σαν πιθανώς κτλ. Αυτή ή εκ τών υστέρων τοποθέτηση δημιουργεί αναστολή σ’ όλη τήν εξέλιξη, ενώ ή λησμονιά είναι μεγάλη δύναμη πού βοηθά τόν ανθρωπο νά μείνει ανεπηρέαστος στό εργο τής εξέλιξής του»6.
Αντί άλλης απάντησης, μεταφέρουμε έδώ τήν παρατήρηση του Επίκουρου στή θεωρία τών Πυθαγορίων γιά τήν μετεμψύχωση, όπως τήν καταγράφει ό Cooper: «Ό Επίκουρος εχει αντιταχθή πρός τή θεωρία τού Πυθαγορισμού λέγοντας ότι, εφόσον ή ψυχή δέν διατηρεί τήν ανάμνηση τών περασμένων υπάρξεων καί καμμία προσωπική ταυτότης ενσυνείδητος δέν κατοικεί μέσα στήν όλη σειρά τών επαναγεννήσεων, οί συ-
- Άν. Μπεζάντ, Μετενσάρκωση, σσ. 46, 47.
- Νικ. Μαργιορή, μν. εργ., σσ. 388-389.
νέπειες τών πράξεων επιπίπτουν κατ’ ανάγκην σέ μιά αλλη οντότητα, πού δέν γνωρίζει τήν αιτία τής τιμωρίας της καί συνεπώς δέν γίνεται ούτε καλύτερη, ούτε σοφώτερη μέ τό νά εχη τιμωρηθή»[6].
Είναι πάντως απορίας άξιο, πώς η ψυχή πού «εκρινε» ότι πρέπει νά μετενσαρκωθεί, άρα είχε συναίσθηση τής πνευματικής της κατάστασης καί τής ανάγκης έπανενσω- μάτωσής της, καί έπομένως θυμόταν τό Κάρμα της, χάνει κάθε ανάμνηση κατά τή νέα της «ζωή» καί άρα αγνοεί καί τόν λόγο τής νέας μετενσάρκωσής της καί τής ένδε- χομένης ταλαιπωρίας της ύφισταμένη ένα κακό Κάρμα! Πώς είναι δυνατόν νά ύπάρ- ξει τιμωρία ή διαπαιδαγώγηση, όταν δέν ύπάρχει η συναίσθηση κάποιων παραβάσεων γιά τίς όποίες ήλθε νά πληρώσει καί μάλιστα μετά από πολλά χρόνια, ίσως καί αιώνες; Είναι σάν νά διέπραξε κάποιο παιδί τής πρώτης τάξης ένα σφάλμα κι έμείς νά τιμωρούμε πάλι ένα παιδί τής πρώτης τάξης μετά από δύο ετη. Τό έντυπωσιακό είναι ότι οί «μετενσαρκωτές» κάνουν λόγο γιά «επιστήμη» καί «λογική» απάντηση στούς προβληματισμούς τού ανθρώπου!
Στό ίδιο κεφάλαιο τής «μνήμης» καί τής «λήθης» έντάσσονται, τέλος, καί οί αποκαλούμενες «αναδρομές» ή «ανάδρομη ύπνωση», μέ τίς όποίες έπιδιώκεται, μέσμ> τεχνητής ύπνωσης, νά θυμηθεί ό ύπνωτιζό- μενος παλαιότερες δήθεν ζωές του, αποδει- κνύοντας ετσι αληθινή τήν μετενσάρκωση[7]. Εκτός βέβαια από τίς βάσιμες, από έπι- στημονικής πλευράς, άμφισβητήσεις τών τεχνικών αύτών καί τών έμπειριών πού τάχα αύτές προβάλλουν, είναι καί μερικοί θεωρητικοί τής μετενσάρκωσης πού κάνουν λόγο γιά «φαντασίες». Ό ίδιος ό Papus, αναφερόμενος στίς πνευματιστικές συγκεντρώσεις, παρατηρεί ότι έκεί ό ύπνωτιζό- μενος «προσπαθεί νά φαντασθεϊ ποιος ήταν καί συνήθως φαντάζεται πώς ήταν ένα αξιόλογο άτομο, υψηλής κοινωνικής θέσεως καί ισχύος… βλέπει κανείς ελάχιστους δολοφόνους, μέθυσους, μικρεμπόρους ή υπηρέτες νά επανασαρκώνονται. Πάντα υπάρχει ένας Ναπολέων… ό Λουδοβίκος 16ος… διάσημοι Φαραώ.»9. Καί συμπεραίνει: «πλήθος ατόμων όραματίζεται καί ισχυρίζεται ότι είναι επανενσάρκωση τού Χριστού επί τής γής… Αύτά είναι τά λάθη τής ήμιμάθειας πού… δαιμονίζουν τά καλύτερα μυαλά καί τά κάνουν νά παρεκτρέπονται ήθικά ή διανοητικά, ανάλογα μέ τήν περίπτωση»10.
Καί ό γκουρού Σρί Σρίμαντ, άναφερό- μενος σέ μιά περίπτωση «υπνωτικής αναδρομής», βεβαιώνει ότι «Έν τούτοις μεταγενέστερη έρευνα απέδειξε ότι όλη αύτή ή δραματική ιστορία ήταν φανταστική»[8] [9] [10] [11] [12].
Πέραν όμως του άποκρυφιστικού καί φανταστικού χαρακτήρα των λεγομένων «αναδρομών», έχει διαπιστωθεί σέ μερικές περιπτώσεις, άπό έγκυρους επιστήμονες, όπως άπό τόν ειδικά άσχοληθέντα μέ τήν μετενσάρκωση καθηγητή του Πανεπιστημίου τής Βιρτζίνια Ίαν Στήβενσον, καί ή παρουσία δαιμονικών στοιχείων. Αύτό επιβεβαίωσε μέ επιστολή του στόν Στήβενσον καί ίνδουϊστής δάσκαλος, γράφοντάς του ότι «καμμιά άπό τίς περιπτώσεις πού είχε καταγράψει δέν ήταν περίπτωση μετενσάρ-
κωσης, αλλά ήταν περιπτώσεις κατάληψης
12
από πνεύματα» .
- Αυθαίρετοι ισχυρισμοί
Οί εκπρόσωποι τής μετενσάρκωσης, πα- ρερμηνεύοντας εδάφια τής Αγίας Γραφής καί τούς λόγους τών Πατέρων τής Εκκλησίας, ισχυρίζονται ότι είναι καί χριστιανική διδασκαλία. Τά σπουδαιότερα εδάφια, τά όποία επικαλούνται γιά νά στηρίζουν αύθαίρετα τούς ισχυρισμούς τους, είναι τά άκόλουθα:
α) Ιωάννης – Ήλίας
Ματθ. ια’ 14: «καί εί θέλετε δέξασθαι, αυτός έστίν Ηλίας ο μέλλων ερχεσθαι».
Καί Ματθ. ιζ’ 12-13, (σέ συσχετισμό μέ τό Μάρκ. θ’ 13): «Ηλίας ήδη ήλθε, καί ούκ έπέγνωσαν αυτόν, καί έποίησαν αύτω όσα ήθέλησαν… Τότε συνήκαν οί μαθηταί ότι περί Ιωάννου τού βαπτιστού είπεν αύτοίς».
Ό λόγος στά εδάφια αύτά είναι περί τού Προδρόμου Ίωάννου, τόν όποίο ό Κύριος χαρακτηρίζει ώς τόν «έν γεννητοίς γυναικών μείζονα» (Ματθ. ια’ 11). Ισχυρίζονται, λοιπόν, ότι στά εδάφια αύτά εμφανίζει ό Κύριος τόν Ίωάννη ώς μετενσάρκωση τού Προφήτη Ήλία.
Όμως, ό Κύριος στά εδάφια αύτά ταυτίζει καί δέν ταυτίζει τόν Ίωάννη μέ τόν Ήλία. Αφ’ ένός μέν, λέει ότι «Ηλίας μέν έρχεται πρώτον καί αποκαταστήσει πάντα» (Ματθ. ιζ’ 11), δείχνοντας τά έσχατα καί τά γεγονότα πρό τής Β’ Παρουσίας Του. Διαχωρίζει έτσι τόν Ήλία άπό τόν Ίωάννη, ό όποίος είχε ήδη έλθει, χωρίς νά έχει «αποκαταστήσει πάντα». Στή συνέχεια λέει ό Κύριος: «λέγω δέ υμίν ότι Ηλίας ήδη ήλθε καί ούκ επέγνωσαν αύτόν». Πώς λοιπόν πρέπει νά εννοηθούν οί λόγοι αύτοί τού Κυρίου;
Είχε προφητευθεί άπό τόν Προφήτη Μαλαχία ότι «Καίίδού έγώ άποστελώ ύμίν Ηλίαν τόν Θεσβίτην, πρίν ή έλθείν τήν ήμέ- ραν Κυρίου τήν μεγάλην καί έπιφανή, ός άποκαταστήσει καρδίαν πατρός πρός υίόν καί καρδίαν άνθρώπου πρός τόν πλησίον αυτού, μή έλθών πατάξω τήν γήν άρδην» (Μαλαχ. δ’ 4-5).
Καί ό άγγελος του Κυρίου, προαναγγέλλοντας τήν γέννηση του Ίωάννου στόν Ζαχαρία, του είπε ότι: «Καί αυτός προε- λεύσεται ένώπιον αυτού έν πνεύματι καί δυνάμει Ηλιού» (Λουκ. α 17), δηλαδή θά ελθη μέ τά ίδια χαρίσματα καί τήν δύναμη του Ήλία.
Επομένως, ή «ημέρα Κυρίου ή μεγάλη καί επιφανής» δέν είναι ή ενσάρκωση του Λόγου, ή επί γης Επιφάνεια του Χριστού, πρόδρομος της όποίας ήταν ό Ιωάννης, αλλά ή «ήμέρα Κυρίου», ή Β’ Παρουσία του Χριστου, πρό τής όποίας θά «ελθη» ό ιστορικός Ήλίας τής Παλαιας Διαθήκης (βλ. καί Άποκ. ια’ 3-10).
Κατά τούς έρμηνευτές τής Καινής Διαθήκης καί μάλιστα τόν ιερό Χρυσόστομο, ό Κύριος ονομάζει Ήλία τόν Ίωάννη λόγψ τής όμοιότητος του έργου του μέ τό έργο του Ήλία. Άλλά καί ό παρεξηγημένος Ωριγένης γράφει εν προκειμένψ: «Ηλίας ονν ό Ιωάννης ον διά τήν ψυχήν λέλεκται, άλλά διά τό πνεύμα καί τήν δύναμιν, άτινα ονδέν λυπεί τόν Εκκλησιαστικόν λόγον»13. Όπως λοιπόν ό Ιωάννης ήλθε ώς Πρόδρομος τής Α’ Παρουσίας του Χριστου, έτσι καί ό Ήλί- ας θά ελθη ώς πρόδρομος τής Β’ Παρουσίας του Χριστου.
Άλλωστε, ό Προφήτης Ζαχαρίας δηλώνει καί τήν πατρίδα του Ήλία, ονομά- ζοντάς τον «Θεσβίτην». Καί βεβαίως, ό Πρόδρομος δέν ήταν «Θεσβίτης». Άκόμη, συμπληρώνει ό Ζαχαρίας, κάτι πού ύπο- γραμμίζει καί ό Κύριος, ότι θά επαναφέρει τούς Ιουδαίους στήν ορθή πίστη, γεγονός πού δέν συνέβη επί Ίωάννου.
Τέλος, πρέπει νά ύπογραμμίσουμε δύο ακόμη σημεία: 1) ό Ήλίας, κατά τήν Αγία Γραφή, δέν πέθανε, γιά νά μετενσαρκωθεί ώς Πρόδρομος. Ή μετενσάρκωση
- Ωριγένη, ΕΙς τό κατά Ματθ. τ. ιγ’ ΒΕΠΕΣ τ. 13, σσ. 167, 26-30.
όμως ακολουθεί τόν φυσικό θάνατο, καί τό κυριώτερο: 2) Ό ίδιος ό Πρόδρομος Ιωάννης, ερωτηθείς από τούς Ιουδαίους άν είναι ό Ήλίας τόν όποίον ανέμεναν, απάντησε: «ουκ είμί» (Ίωάν. α’ 21).
Επομένως, τόσο από τά προηγούμενα εδάφια, αλλά ιδιαιτέρως από τό τελευταίο αύτό τό εδάφιο υποδεικνύονται ώς ψευδείς
14
οι ισχυρισμοί των «μετενσαρκωτων» .
β) Χριστός καί Αβραάμ – «Χριστός» πρό
Ίωάν. η’ 58: «πρίν Αβραάμ γενέσθαι έγώ είμί».
Οί οπαδοί τής μετενσαρκώσεως, παρερ- μηνεύοντας τό εδάφιο, Ισχυρίζονται ότι «βλέπουν» σ’ αύτό ότι ό Ίησους είχε ζήσει μιά άλλη ζωή, πρό του Άβραάμ.
Βεβαίως, εδω ό Κύριος θέλει νά διδάξει ότι ό Ίδιος, δέν είναι ένας απλός άνθρωπος, αλλά ότι ώς Θεός ύπάρχει αιωνίως, ακόμη καί πρό του Άβραάμ, του γενάρχη των Εβραίων.
γ) Ό έκ γενετής τυφλός:
Ίωάν. θ’ 1-7: «Ραββί, τίςήμαρτεν, ούτος η οί γονείς αυτού ϊνα τυφλός γεννηθή;».
Άλλά καί τό εδάφιο αύτό τίποτε δέν λέει περί μετενσαρκώσεως. Οί Ιουδαίοι εξέφρα- σαν στόν Κύριο τήν απορία τους γι’ αύτό πού έβλεπαν. Δέν ερωτουσαν άν στόν τυφλό συνέβαινε «ό νόμος του Κάρμα», αφου ούτε στήν Παλαιά Διαθήκη μπορεί νά στηριχθεί η δοξασία αύτή, ούτε οί Εβραίοι πίστευαν στή μετενσάρκωση.
Έξ άλλου ό ίδιος ό Κύριος, στήν απάντησή του, ούσιαστικά ακυρώνει τόν ισχυρισμό των οπαδών της μετενσαρκώσεως. «Ούτε ούτος ήμαρτεν ούτε οί γονείς αυτού, άλλ’ ϊνα φανερωθή τά έργα τού Θεού έν αύτώ». Ό τυφλός, δηλαδή, δέν «πλήρωνε» κάποιο κακό Κάρμα προηγούμενης ζωής του. Σκοπός της περιπέτειάς του ήταν νά αποκαλυφθεί στούς ανθρώπους ή δύναμη καί ή αγάπη τού Θεού, καί όχι νά τιμωρηθεί ώς τυφλός. Ό Κύριος τονίζει τό αποτέλεσμα πού θά προκύψει από τήν ασθένεια τού τυφλού καί όχι τήν αιτία, πού δέν ύπήρχε[15].
δ) Ό Παύλος
Γαλ. στ’ 8-9: «ο γάρ έάν σπείρη άνθρωπος τούτο καί θερίσει».
Τού εδαφίου αύτού γίνεται συχνότατη καί δυναμική χρήση. Οί ύπέρμαχοι τής μετενσάρκωσης ισχυρίζονται ότι οί λόγοι αύτοί τού Παύλου αποτελούν «επιτομή του Νόμου τού Κάρμα»[16].
Όμως, από τήν μελέτη τού όλου εδαφίου, εξάγεται ότι ό Παύλος εδώ διδάσκει ότι όποιος ενεργεί κατά τίς επιθυμίες τής σαρκός, ό ίδιος θά θερίσει αιώνια κόλαση. Τίποτε περισσότερο.
ε) Πατέρες καί Εκκλησιαστικοί συγγραφείς
Οί ύπέρμαχοι τής μετενσάρκωσης, ανα- τρέποντας καί κατακρεουργώντας κυριολεκτικά τά κείμενα τών Πατέρων τής Εκκλησίας, εμφανίζουν περισσότερους από δεκατέσσερις Πατέρες τής Εκκλησίας (από τούς επιφανέστερους) νά ενστερνίζονται καί νά διδάσκουν τήν μετενσάρκωση[17].
Ιδιαιτέρως επιμένουν ύποστηρίζοντας ότι ό Ωριγένης (185-254 μ.Χ.) καί ό ί. Αύγουστί- νος (354-430 μ.Χ.), ύπήρξαν ύπέρμαχοι τής δοξασίας αύτής. Όμως, από τήν μελέτη τών πατερικών κειμένων προκύπτει ότι, όχι μόνον κανείς απ’ αύτούς δέν αποδέχεται τήν αντιγραφική καί αντιχριστιανική αύτή κακοδοξία, αλλά καί καταδικάζουν κάθε σκέψη γι’ αύτή.
Στά πλαίσια τής σύντομης αύτής εργασίας μας είναι αδύνατο νά επεκταθούμε στό κεφάλαιο αύτό. Επειδή όμως, ειδικά γιά τόν Ωριγένη, ισχυρίζονται ότι ή Ε1 Οικουμενική Σύνοδος (553 μ.Χ.), μέ τήν επέμβαση τού Ιουστινιανού, τόν κατεδί- κασε γι’ αύτή τήν ιδέα του, ανατρέποντας ετσι τήν μέχρι τότε αποδοχή τής δοξασίας αύτής από τήν Εκκλησία, θά αναφερθούμε πολύ σύντομα στό θέμα αύτό.
Πρωτίστως, πρέπει νά παρατηρήσουμε ότι ή καταδίκη τού Ωριγένη είχε γίνει δέκα ετη πρό τής Ε’ Οικουμενικής Συνόδου, από τήν ενδημούσα Σύνοδο τής Κωνσταντινουπόλεως (543 μ.Χ.). Στήν Ε’ Οικουμενική Σύνοδο καταδικάστηκαν τά εργα τού Ωριγένη (Ώριγενισμός) καί οί κακοδοξίες του περί προΰπαρξης τών ψυχών, αποκατάστασης τών πάντων καί μερικές χριστολογικές αποκλήσεις του. Πουθενά στά Πρακτικά τής Συνόδου δέν ύπάρχει καί ή ελάχιστη αναφορά στή μετενσάρκωση.
Έξ άλλου, ό ίδιος ό Ωριγένης σέ πολλά σημεία τών συγγραμμάτων του, απορρίπτει καί καταδικάζει τήν κακοδοξία αύτή, αποκαλώντας την «μετενσωμάτωσιν». Θά περιοριστώ σέ δύο μόνο φράσεις του: «…Έν τούτοις Ήλίας ουχ η ψυχή (Ηλιου) δοκεί μοι λέγεσθαι, ινα μή εμπίπτω εις τό άλλότριον τής εκκλησίας τού Θεού περί μετενσωμα- τώσεως δόγμα, ούτε παραδιδόμενον υπό τών άποστόλων ούτε εμφαινόμενον υπό τών γραφών»19.
- Ωριγένη, ΕΙς τό κατά Ματθαίον, τόμ. ιγ’ 1, ΒΕΠΕΣ, τόμ. 13, σ. 162, 20-28.
[1] Ένθ. άνωτ. σ. 607. Βλ. καί Papus, ένθ. άνωτ. σ. 125.
[2] Papus, αύτόθι, σσ. 100, 125
[3] Έλ. Μπλαβάτσκυ, Τό κλειδί της Θεοσοφίας, σ. 143.
Βλ. καί της Ιδίας, Εις τήν χώραν τών γαλάζιων βουνών,
[6] Irv. Cooper, μν. εργ. σ. 86.
[7] Βλ. Περισσότερα, π. Βασ. Γεωργοπούλου, Μετενσάρκωση (Μιά ακόμα διδαχή τού όφεως), περιοδ. ’Εφημέριος, Μάϊος 2005, σ. 4.
[8] Papus, ένθ. άνωτ., σ. 101.
[9] Αύτόθι, σ. 102. Ό Papus ύποστηρίζει ότι «Ό Χριστός [πρόκειται περί τής “χριστικής” κατάστασης καί όχι περί του ιστορικού Ίησού Χριστού] έχει ένα “οίκο” όπου υπάρχουν έκατομμύρια πνεύματα. Κάθε φορά πού κάποιο πνεύμα από αύτά επανενσαρκώνεται, υπακούει επάνω στή γή στόν ακόλουθο νόμο: 1ο Είναι ό πρωτότοκος τής οίκογέ- νειάς του. 2ο Ό πατέρας του ονομάζεται πάντοτε ’Ιωσήφ καί ή μητέρα του ονομάζεται πάντοτε Μαρία ή έχουν τό όνομα πού αντιστοιχεί αριθμολογικά σέ άλλη γλώσσα μέ αύτά τά δύο ονόματα», αύτόθι.
[10] Έπιστρέφοντας, ένθ. άνωτ. σ. 117-118.
[11] Βλ. π. Βασ. Γεωργοπούλου, μν. έργ., καθώς καί τίς
[13] Άλλά καί τό εδάφιο Λουκ. θ’ 7-8, δέν έχει καμμία σχέση μέ τήν μετενσάρκωση, κάνει μάλιστα λόγο γιά «ανάσταση» του Ίωάννη, ή κάποιου από τούς προφήτες καί έπομένως ανατρέπει τήν δοξασία αύτή.
[14] Σχετικό είναι καί τό Ματθ. ιστ’ 13-14, τό όποίο οί οπαδοί τής μετενσάρκωσης επίσης διαστρεβλώνουν: «Τίνα με λέγουσιν οί άνθρωποι είναι τόν Υίόν τού ανθρώπου».
Ίσχυρίζονται τελείως αβάσιμα ότι σ’ αύτή τήν ερώτηση ό Χριστός ήθελε νά μάθει ποιός νόμιζαν οί Ίουδαίοι ότι ήταν σέ προηγούμενη μετενσάρκωσή του. Τόν θέλουν μάλιστα ώς έναν άνθρωπο πού έφθασε στήν τελείωση καί ήλθε πλέον σέ έκούσια μετενσάρκωση. Ό Κύριος, μέ τόν τρόπο αύτό, ήθελε νά καταργήσει τήν πλανημένη γι’ Αύτόν γνώμη των Ίουδαίων (ώς του εγκοσμίου Μεσσία) καί νά διδάξει τούς μαθητές Του ποιός πραγματικά ήταν.
[15] Βλ. περισσότερα στό π. Αντωνίου Αλεβιζο- πούλου, μνημ. εργ. σ. 85.
[16] Βλ. περιοδ. «Παραψυχολογία», Ίούν. 1980, σ. 93.
[17] Βλ. Γαβρ. Σιμονέτου, μνημ. εργ. σ. 9 έξ.

0 Σχόλια