Ή διδασκαλία για τήν εκπορευση του Αγίου Πνεύματος
Μεταξύ Ανατολής καί Δύσεως
(Κείμενο από τό έντυπο «Ορθοδοξία καί αΐρεσις» τής Ιερας Μητροπόλεως Μαντινείας καί Κυνουρίας, τεϋχ. 97, Οκτ. – Δεκ. 2016).
Ή «έκπόρευσις» στήν αρχαία Εκκλησία
Σέ προηγούμενο τεύχος του έντυπου μας (άρ. 95) είχαμε άναφερθεΐ στή διδασκαλία της Εκκλησίας γιά τό ‘Άγιο Πνεύμα καί στή διαστροφή της άπό παλαιότερες καί σύγχρονες αιρέσεις. Οπως είδαμε έκεΐ, η διδασκαλία αυτή διατυπώθηκε έπίσημα στή Β’ Οικουμενική Σύνοδο τό 381 μ.Χ. στήν Κωνσταντινούπολη, μέ άφορμή τήν αίρεση των Πνευματομάχων, η οποία θεωρούσε τό Άγιο Πνεύμα είτε κτίσμα (δημιούργημα), είτε άπρόσωπη δύναμη η ένέργεια τού Θεού. Μεγάλοι Πατέρες της έποχής, όπως ο Μέγας Βασίλειος (330-378) καί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (328-390), κατέρριψαν ολα τά έπιχειρήματα των τότε αΙρετικων καί έξέθεσαν μέ θεΐο φωτισμό τήν άντίστοιχη άλήθεια. Πολύ σωστά, η Εκκλησία θεωρεί οτι η άποδοχή της ορθής πίστης γιά τό Άγιο Πνεύμα άποτελεΐ άπαραίτητη προϋπόθεση τής σωτηρίας μας, γιατί η πίστη αυτή δέν άναφέρεται σέ κάποιο δευτερεύον θέμα, άλλά στόν Τριαδικό Θεό, στόν Θεό, στόν Όποΐο πιστεύουμε. Ή άλήθεια γιά τήν Αγία Τριάδα, είναι η πρώτη καί βασικότερη άλήθεια τής πίστης μας καί οποιος τήν άλλοιώνει έκπίπτει τής σωτηρίας. Έτσι, γιά τήν άσφάλεια των πιστών, η Β’ Οικουμενική Σύνοδος έθεσε στό Σύμβολο τής Πίστεως τή γνωστή διατύπωση: «(Πιστεύω) καί εις τό Πνεύμα τό άγιον, τό κύριον, τό ζωοποιόν, τό έκ τού Πατρός έκπορευόμενον, τό σύν Πατρί καί ΥΙω συμπροσκυνούμενον καί συνδοξαζόμενον, τό λαλήσαν διά των προφητών».
Μέ τή διατύπωση αυτή διακηρύσσεται οτι τό Άγιο Πνεύμα είναι Θεός («κύριον»), ομοούσιος μέ τόν Πατέρα καί τόν ΥΙό, άφού έχει κοινά χαρακτηριστικά καί ιδιότητες μέ τά δύο αυτά πρόσωπα («συμπροσκυνούμενον καί συνδοξαζόμενον»). Παράλληλα, ομως, διακηρύσσεται καί η άλήθεια γιά τόν τρόπο ύπάρξεως η γιά τήν «έκπόρευση» τού Αγίου Πνεύματος. Μέ τήν άλήθεια αυτή θά άσχοληθούμε έδω, οπως ύποσχεθήκαμε στό προηγούμενο (άρ. 95) τεύχος τού έντύπου μας.
Σέ ολόκληρο σχεδόν τόν χριστιανικό κόσμο, ο ορος «έκπόρευσις» («έκπορευόμενον») τού Συμβόλου τής Πίστεως κατανοήθηκε ώς παράλληλος τού ορου «γέννησις» («γεννηθέντα»), πού άναφέρεται στόν ΥΙό. Μόνο στή Δύση ο άγιος Αυγουστίνος (354-430), άγνοώντας τήν έλληνική γλώσσα, δέν είχε κατανοήσει τήν άκριβή έννοια τού ορου. «Εκπόρευσις» είναι ο ιδιαίτερος τρόπος ύπάρξεως τού Αγίου Πνεύματος έντός τής Αγίας Τριάδος. Μέ τόν ορο αυτό έπισημαίνεται, α) οτι τό Άγιο Πνεύμα ύπάρχει, προέρχεται ή έχει τήν ύπαρξή Του «έκ τού Πατρός», οπως καί ο ΥΙός («έκ τού Πατρός γεννηθέντα» – «έκ του Πατρός έκπορευόμενον»), καί β) ότι ο τρόπος ύπάρξεώς Του «έκ του Πατρός» διαφέρει του τρόπου ύπάρξεως του Υίοΰ «έκ του Πατρός», μέ άποτέλεσμα νά μήν μπορουν νά χρησιμοποιηθουν γιά τό ‘Άγιο Πνευμα οί όροι «γέννησις», «γέννημα», «γεννητως». Γιά νά δηλωθεί αύτός ο ιδιαίτερος τρόπος ύπάρξεως, χρησιμοποιήθηκαν οί όροι «ούχί γεννητως», «πρόβλημα» (άντίστοιχος του «γέννημα») κ.α., έπικράτησαν όμως οί όροι «έκπόρευσις», «έκπορευόμενον», «έκπορευτως», άπό τούς λόγους του Κυρίου, «τό Πνευμα της άληθείας ό παρά του Πατρός έκπορεύεται» (Ίω. 15,26). Ό παραλληλισμός των
V r r 9 r 9 Λ r r r r 9 r r
όρων «γέννησις» καί «έκπόρευσις» άποκλείει τό γεγονός νά έκπορεύεται τό Άγιο Πνευμα «καί έκ του Υίου» («filioque»). Ταυτόχρονα, καταδεικνύει ότι ή «έκπόρευσις» είναι κάτι πού συμβαίνει έκτός καί πέρα άπό κάθε έννοια χρόνου («πρό πάντων των αιώνων» η «άϊδίως»), καθώς καί ότι άποτελεί γεγονός, πού ύπερβαίνει κάθε άνθρώπινη κατανόηση («ύπέρ αίσθησιν», «ύπέρ λόγον» καί «ύπέρ έννοιαν»). Γι’ αύτό, ο αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος άπαντα χαρακτηριστικά σέ όσους του ζητουσαν νά έξηγήσει τί είναι ή έκπόρευσις: «έξήγησέ μου έσύ τήν άγεννησία του Πατρός κι έγώ θά σου έξηγήσω τή γέννηση του Υίου καί τήν έκπόρευση του Πνεύματος καί τότε θά παραφρονήσουμε (“παραπληκτίσομεν”) καί οί δύο, διεισδύωντας στά μυστήρια του Θεου» (Λόγος ΛΑ’, PG, τ. 36, 141).
Κατά συνέπειαν, μετά τήν Β’ Οικουμενική Σύνοδο (381) ή άλήθεια γιά τό Άγιο Πνευμα ήταν σαφής έντός τής Εκκλησίας, ή δέ διατύπωσή της έθεωρείτο πλήρης καί ολοκληρωμένη. Ωστόσο, άπό τά μέσα του στ’ μ.Χ. αι. άρχισε νά έμφανίζεται ή αίρεση του filioque, δηλ. ή αντίληψη ότι τό Άγιο Πνευμα έκπορεύεται καί άπό τόν Υίό («filioque» = «καί έκ του Υίου»). Ή άντίληψη αύτή έπικράτησε προοδευτικά στή Δύση καί οδήγησε στό μέγα Σχίσμα του δυτικου Χριστιανισμου (1054 μ.Χ.), στό σημαντικότερο καί συνάμα στό τραγικότερο γεγονός τής Εκκλησιαστικής Ιστορίας.
Ή εμφάνιση καί επικράτηση τοϋ filioque
Ή έμφάνιση καί έπικράτηση του filioque στή Δύση οφείλεται σέ ίστορικούς καί θεολογικούς λόγους. Γιά νά κατανοηθεί αύτό, είναι άπαραίτητη ή γνώση του ίστορικου πλαισίου, έντός του οποίου άναπτύχθηκε τό φαινόμενο. Τό filioque είναι έπινόηση των Φράγκων, ώστόσο, ώς ορολογία τουλάχιστον, προϋπήρχε στά έργα των άγίων Αμβροσίου (339-397) καί Αυγουστίνου (354430).
Οί Φράγκοι ήταν λαός βάρβαρος (χωρίς ιδιαίτερα πολιτιστικά στοιχεία καί άγνοώντας γραφή καί άνάγνωση), γερμανικής καταγωγής, ο οποίος στά τέλη του ε’ μ.Χ. αι. κατέλαβε τή σημερινή Γαλλία καί ύπέταξε τούς αύτόχθονες Γάλλους (Γαλάτες), πού ήταν ορθόδοξοι Χριστιανοί καί φορείς έλληνικου πολιτισμου. Εκεί οί Φράγκοι, έντυπωσιασμένοι άπό τόν πολιτισμό των Γάλλων, άποφάσισαν νά δεχθουν τόν Χριστιανισμό (496 μ.Χ.), μέσω του οποίου έκαναν τά πρωτα βήματα στόν πολιτισμό καί άρχισαν νά μαθαίνουν τή γλώσσα των ύποδούλων, τή λατινική. Ωστόσο, στήν κατάσταση πού ήταν τήν έποχή έκείνη, μόνο έπιφανειακή γνώση του Χριστιανισμού μπορούσαν νά έχουν.
Προοδευτικά καί μέ τήν ήγεσία ισχυρών βασιλέων, όπως οι Πιπΐνος Βραχύς (751-768) καί Καρλομάγνος (768-814), κατόρθωσαν νά συνενώσουν τά άλλα γερμανικά φυλα, νά έπεκταθουν στή Δύση καί νά δημιουργήσουν ισχυρό κράτος. ’Επί Καρλομάγνου τό φραγκικό κράτος είχε φθάσει στήν άποκορύφωση τής δύναμής του. Όμως, οι κατακτήσεις βύθισαν στό σκοτάδι όλες τίς κατακτημένες περιοχές, γι’ αύτό οι αιώνες πού άκολούθησαν (άπό τόν στ’ μέχρι καί τόν ια’ αι.) χαρακτηρίζονται άπό τούς ιστορικούς ώς «Μεσαίωνας» καί έμφανίζονται ώς κατ’ έξοχήν «σκοτεινοί χρόνοι». Σ’ αύτές τίς συνθήκες οι Φράγκοι άρχισαν νά δημιουργούν τόν δικό τους πολιτισμό, ο οποίος, μεταξύ άλλων, έπέφερε ριζικές μεταβολές στή Δύση. Στή διοίκηση έπεβλήθη τό φεουδαρχικό σύστημα, κατά τό οποΐο τό κράτος άποτελεΐ προσωπική ιδιοκτησία του βασιλέως, πού κληροδοτείται στά άρρενα τέκνα του καί είναι διαιρεμένη σέ τμήματα, στά οποΐα τήν έξουσία άσκουν οι έπιμέρους φεουδάρχες. Ό κοινωνικός βίος οργανώθηκε μέ βάση τήν αιρετική άντίληψη γιά τή φυσική άνισότητα τών άνθρώπων καί γιά τή φυσική διάκρισή τους σέ τάξεις αίματος, οι οποίες, δήθεν, ύφίστανται έκ του Θεου. Φυσικά, σ’ αύτό τό κοινωνικό σύστημα οι Φράγκοι άποτελουσαν τήν τάξη τών «εύγενών», οι δέ κατακτημένοι λαοί τήν τάξη τών «δουλοπαροίκων».
Ριζικές άλλοιώσεις έπήλθαν καί στήν Εκκλησία, όπως: α) Ή έπιβολή άρνησικυρίας στίς έκλογές τών Επισκόπων, μέσω τής οποίας άποκλείστηκαν, άρχικά, οι άνεπιθύμητοι. β) Ή έμφάνιση άπό τά τέλη στ’ μ.Χ. αι. Φράγκων Επισκόπων μέ βασιλικό διορισμό καί χωρίς κανονική έκλογή άπό Σύνοδο. Στή φάση αύτή οι Φράγκοι βασιλείς πωλουσαν τίς έπισκοπικές θέσεις έναντι χρηματικής άμοιβής, καί μάλιστα μέ τή διαδικασία τής πλειοδοσίας! γ) Ή άντικατάσταση, τελικά, όλων τών Επισκόπων τών κατακτημένων περιοχών άπό Φράγκους Επισκόπους. δ) Ή κατάσχεση τής έκκλησιαστικής περιουσίας, τήν οποία οι «εύγενεΐς» «έχώρισαν εις τιμάρια, τών οποίων τήν έπικαρπίαν διένειμαν ώς Φέουδα, συμφώνως πρός τόν βαθμόν πού κατείχε έκαστος εις τήν πυραμίδα τής στρατιωτικής φεουδαρχικής ιεραρχίας» (Ίω. Ρωμανίδου, «’Εκκλησιαστικαί Σύνοδοι καί Πολιτισμός», Θεολογία, τ. 66 (1995), σ. 650). ε) Ή έπιβολή τής διάκρισης μεταξύ «άνώτερου» καί «κατώτερου» κλήρου, ώστε οι «δουλοπάροικοι» νά άποκλείονται άπό τίς θέσεις του Επισκόπου, του Ηγουμένου καί του Προϊσταμένου μεγάλης ένορίας. Τίς θέσεις αύτές κατείχαν πλέον άποκλειστικά «εύγενεΐς», μεταξύ τών οποίων ύπήρχε παράδοση νά προσφέρεται ο νεότερος γιός τής οικογένειας στόν κλήρο, μέ σκοπό τόν πλουτισμό άπό τήν έκκλησιαστική περιουσία (Ίω. Ρωμανίδου, Ρωμηοσύνη, Θεσ/νίκη 2002, σ. 170-171). Είναι φανερό, ότι οι παραπάνω μόνο κατ’ όνομα ήταν Χριστιανοί, πολύ δέ περισσότερο, κληρικοί! Ή κατάσταση διεκτραγωδείται σέ έπιστολή του άγίου Βονιφατίου (742 μ.Χ.) πρός τόν Πάπα Ρώμης Ζαχαρία (741-752), κατά τήν οποία, «ή θρησκεία καταπατεΐται», άφου «ή πλειοψηφία τών έπισκοπικών έδρών δίδεται εις φιλαργύρους λαϊκούς η μοιχούς κληρικούς». Πολλοί έξ αύτών είναι «μέθυσοι» η «κυνηγοί, ητοι στρατιώται», οι οποίοι μάχονται στό στρατό μέ πλήρη πολεμική έξάρτηση καί «χύνουν αίμα Χριστιανών καί ειδωλολατρών Αδιακρίτως». Οι Επίσκοποι αύτοί, κατά τόν άγιο Βονιφάτιο, δέν είχαν Μητροπολίτη η Αρχιεπίσκοπο καί έπί 80 ετη δέν είχαν συνέλθει σέ Σύνοδο, Αλλά ελυναν τίς έκκλησιαστικές διαφορές μαζί μέ τίς κρατικές σέ συμβούλια «εύγενών» μαζί μέ λαϊκούς ήγεμόνες καί στρατιωτικούς (ό.π. σ. 373-374).
Τά παραπάνω είναι Αναγκαία, γιά νά κατανοηθεΐ ποιοί θεολόγοι η Επίσκοποι έπινόησαν η Ανακάλυψαν τό filioque. Ή Αφορμή δόθηκε όταν Αναγκάστηκαν νά Αντιμετωπίσουν Αρειανόφρονες χριστιανούς στή Δύση καί ειδικότερα στήν Ισπανία, όπου είχαν μετακινηθεί Βησιγότθοι Από τήν Ανατολή, οι οποίοι είχαν Αποδεχθεί τόν Αρειανισμό. Κατά συγκυρίαν, οι Φράγκοι ήταν τό μόνο Από τά γερμανικά φύλα, πού είχε δεχθεί, τυπικά εστω, τόν ’Ορθόδοξο Χριστιανισμό, καί οχι τόν Αρειανισμό. Πιστεύοντας ότι ένισχύουν τή θέση του Υιού, τόν Οποίο οι οπαδοί του Άρείου θεωρούσαν κτίσμα (δημιούργημα του Θεου), οι Φράγκοι θεολόγοι ισχυρίστηκαν ότι ο Υιός, οχι μόνο δέν είναι κτίσμα, Αλλά καί «έκπορεύει» τό ‘Άγιο Πνευμα, όπως ο Πατήρ καί μαζί μέ τόν Πατέρα. Έτσι, συνέβη καί πάλι τό γνωστό φαινόμενο νά Αντιμετωπίζεται μιά αίρεση μέ άλλη αίρεση. Τοπική Σύνοδος Φράγκων Επισκόπων στό Τολέδο τής Ισπανίας τό 547 μ.Χ. εισήγαγε τό filioque γιά πρώτη φορά σέ έπίσημο κείμενο, ένώ δεύτερη Σύνοδος στήν ίδια πόλη τό 589 μ.Χ. πρόσθεσε στό Σύμβολο τής Πίστεως τήν έπίμαχη φράση «καί έκ του Υιου» («filioque»). Τόν η’ μ.Χ. αι. ή αίρεση είχε γίνει εύρύτατα Αποδεκτή μεταξύ τών Φράγκων. Τήν ίδια έποχή ή Σύνοδος τής Φραγκφούρτης του 796 μ.Χ. έπί Καρλομάγνου (768-814) εκανε έπίσημα Αποδεκτή τήν προσθήκη του filioque στό Σύμβολο τής Πίστεως, περιφρονώντας τήν άποψη τής Εκκλησίας τής Ρώμης.
Πράγματι, οι ένέργειες αύτές προκάλεσαν τήν Αντίδραση του παπικου θρόνου. Ο Πάπας Λέων ο Γ’ (795-816) Αποδοκίμασε εντονα τά γεγονότα, καταδίκασε κάθε προσθήκη στό Σύμβολο τής Πίστεως καί διέταξε νά Αναγραφεί αύτό σέ δύο Αργυρές πλάκες στήν έλληνική καί τή λατινική γλώσσα, χωρίς τήν προσθήκη του filioque, καί νά Αναρτηθεί στόν Ναό του Αγίου Πέτρου στή Ρώμη (808), πρός διασφάλιση τής γνησιότητάς του. Σέ Απάντηση, οι Φράγκοι, στή Σύνοδο του Άγκυϊσγράνου τό έπόμενο ετος (809), Ανακήρυξαν τό filioque σέ δόγμα πίστεως, καταδικάζοντας ως αιρετικούς όσους τό Απέρριπταν ή τό καταπολεμουσαν.
Τήν ίδια έποχή οι Φράγκοι είχαν ήδη έπιλέξει τήν εντονη ρήξη μέ τούς Χριστιανούς τής Ανατολής σέ πολιτικό καί έκκλησιαστικό έπίπεδο. Σέ πολιτικό καί θέλοντας νά ύποκαταστήσουν τήν αύτοκρατορία τής Νέας Ρώμης (τή λεγόμενη «Βυζαντινή»), Αρχισαν νά Αποκαλουν τούς πολίτες της «Γ ραικούς» καί τούς έαυτούς τους «Ρωμαίους». Σέ έκκλησιαστικό έπίπεδο, Αρχισαν νά ισχυρίζονται ότι στήν Ανατολή κατοικουν πεπλανημένοι αιρετικοί, προβάλλοντας τούς έαυτούς τους ως μόνους γνήσιους Χριστιανούς. Στήν προσπάθεια αύτή τό filioque προβλήθηκε ως τό κατ’ έξοχήν διακριτικό του φραγκικου πολιτισμου καί ως γνώρισμα θεολογικής ύπεροχής. Είναι χαρακτηριστικό, ότι τά πρώτα γραπτά κείμενα του πολιτισμου τών Φράγκων Από τόν θ’ μ.Χ. αί. καί έξης, όταν κάποιοι άπό αύτούς έμαθαν νά γράφουν, έφεραν τόν τίτλο «Contra errores Graecorum» («Κατά των πλανών των Γ ραικών»), έργο δέ μέ τόν ’ίδιο τίτλο έγραψε καί ο μέγιστος τών δυτικών θεολόγων Θωμάς ο Άκινάτης τόν ιγ’ μ.Χ. αί.
Έκτοτε τό filioque έπιβαλλόταν άκόμη καί μέ τή βία στίς κατακτημένες άπό τούς Φράγκους περιοχές μαζί μέ άλλες έκκλησιαστικές καινοτομίες, όπως τά άζυμα στή Θ. Λειτουργία καί ή γενική άγαμία του κλήρου. Οί άντιδράσεις της Εκκλησίας της Ρώμης περιφρονήθηκαν. Όταν, τελικά, οί Φράγκοι κατόρθωσαν νά ύποτάξουν καί τόν ίδιο τόν παπικό θρόνο, μέ τήν έπιβολή άρχικά φραγκόφιλων καί στή συνέχεια Φράγκων Παπών, έπηλθε τό μέγα Σχίσμα μέ τήν Εκκλησία της Ανατολής (1054 μ.Χ.). Όταν άργότερα (ιστ’ αί.) ο Προτεσταντισμός προέκυψε άπό τό σώμα του Ρωμαιοκαθολικισμού, προσέλαβε άπό έκεΐ καί τό filioque
Άπό τήν παραπάνω περιγραφή του ίστορικου πλαισίου έντός του οποίου γεννήθηκε καί έπεκτάθηκε τό filioque, άλλά καί τών αίτίων του Σχίσματος του 1054, είναι φανερό γιατί ο λαός μας, διαθέτωντας ύγιεΐ ίστορικά κριτήρια, άποκαλεΐ «Φράγκους» όλους άδιακρίτως τούς Ρωμαιοκαθολικούς πιστούς. Χαρακτηριστικό είναι τό παράδειγμα της Σύρου. Έκεΐ ο λαός μέχρι σήμερα άποκαλεΐ τήν περιοχή πού διαμένουν οί Έλληνες κατά τήν έθνικότητα, άλλά Ρωμαιοκαθολικοί κατά τό θρήσκευμα κάτοικοι του νησιου «Φραγκοχώρα», τόν Ρωμαιοκαθολικό Ναό άποκαλεΐ «Φραγκοκκλησιά» καί τόν Ρωμαιοκαθολικό Κληρικό άποκαλεΐ «Φραγκόπαπα».
Πατέρες καί θεολόγοι τής Εκκλησίας έναντι τοϋ filioque
Στήν ’Ορθόδοξη Ανατολή τό filioque έγινε γνωστό τόν θ’ μ.Χ. αί., όταν Φράγκοι ίεραπόστολοι έπιχείρησαν νά τό έπιβάλλουν μαζί μέ φραγκικά έκκλησιαστικά έθιμα στή νεοσύστατη Εκκλησία της Βουλγαρίας. Τό γεγονός προκάλεσε τήν έντονη άντίδραση του Οίκουμενικου Πατριάρχου άγίου Φωτίου του Μεγάλου (858-867, 877-886) καί οδήγησε στήν οριστική ρήξη τών ήδη τεταμένων σχέσεών του μέ τόν Πάπα Νικόλαο Α’ (858-867). Σύνοδος στήν Κων/πολη (867) καταδίκασε τό filioque, άποδοκίμασε τά λατινικά έθιμα καί καθαίρεσε τόν Πάπα Νικόλαο, μέ άποτέλεσμα νά έπέλθη τό λεγόμενο «μικρό Σχίσμα» του 867.
Τό Σχίσμα αύτό άποκαταστάθηκε προσωρινά τό 869 καί οριστικά στή Σύνοδο της Κων/πόλεως του 879/880, μέ τή συμμετοχή τών άντιπροσώπων του Ορθοδόξου Πάπα Ίωάννου Η’ (872-882). Ή Σύνοδος συνεκλήθη ώς Οίκουμενική καί έτσι άναγνωρίζεται άπό μεταγενέστερους Πατέρες καί Αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Καταδίκασε κάθε προσθήκη ή άφαίρεση ή μεταβολή στό Σύμβολο της Πίστεως, δηλαδή καταδίκασε έμμέσως, άλλά σαφώς, τό filioque. Ωστόσο, άπό τίς άρχές του ια’ αί., όταν ο πρώτος Φράγκος Πάπας Σέργιος Δ’ (1009-1012) τό χρησιμοποίησε στίς Επιστολές του πρός τούς Πατριάρχες της Άνατολης, τό όνομα του Πάπα διεγράφη άπό τά Δίπτυχα της
’Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τό μέγα Σχίσμα είχε ήδη συντελεσθή.
Όριστικοποιήθηκε όμως τό 1054, όταν οί άντιπρόσωποι του Πάπα Λέοντος Θ’ (1049-1054) έξέδωσαν Λίβελλο Αναθέματος κατά της Ανατολικής Εκκλησίας, μέ άποτέλεσμα νά άναθεματισθούν άντίστοιχα άπό τή Σύνοδο τής Κων/πόλεως του ίδιου έτους, έπί Οικουμενικού Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου (10431059).
Στήν Ορθόδοξη Ανατολή τό filioque θεωρήθηκε έξ άρχής αίρεση. Σήμερα προβάλλεται, άπό τή Ρωμαιοκαθολική ιδίως πλευρά, ή άποψη ότι άποτελεΐ μιά διαφορετική διατύπωση, έξ ίσου ορθή μέ αύτήν τής άρχαίας Εκκλησίας. Σύμφωνα μέ ισχυρισμούς δυτικών θεολόγων, τό filioque άποτελεΐ πρόοδο στήν κατανόηση τού δόγματος τής Αγίας Τριάδος. Όμως, κατά τούς Πατέρες τής Εκκλησίας, καμμία κατανόηση τών δογμάτων δέν είναι έφικτή, γιατί αύτά είναι διατυπώσεις άναφερόμενες σέ άλήθειες «ύπέρ λόγον» καί «ύπέρ έννοιαν». Κατ’ έξοχήν ύπερασπιστές τής άλήθειας γιά τήν έκπόρευση τού Αγίου Πνεύματος άνεδείχθηκαν οί άγιοι Φώτιος ο Μέγας (+886) καί Μάρκος Εφέσου ο Εύγενικός (+1445).
Κατά τούς Ορθοδόξους Πατέρες, τό filioque καταλύει μιά θεμελιώδη θεολογική άρχή, κατά τήν οποία στήν Αγία Τριάδα ύπάρχουν μόνο «κοινά» (καί γιά τά τρία πρόσωπα) καί μόνο «άκοινώνητα» (γιά ένα μόνο πρόσωπο) ιδιώματα. Τά πρώτα ονομάζονται «φυσικά» καί τά δεύτερα «ύποστατικά». Στήν προκειμένη περίπτωση όμως, ένα ιδίωμα, τό «έκπορεύειν», άνήκει σέ δύο πρόσωπα, στόν Πατερα καί στόν Υίό. Επίσης, τό filioque καταλύει τή μοναρχία τού Πατρός (τό γεγονός ότι ο Πατήρ είναι ή μόνη άρχή – αιτία τών δύο άλλων προσώπων) καί ύποτιμά τό ‘Άγιο Πνεύμα έναντι τού Πατρός καί τού Υίού.
Τό σημαντικότερο ίσως πρόβλημα, είναι ή άδυναμία τών ύποστηρικτών τού filioque νά διακρίνουν μεταξύ α) τρόπου ύπάρξεως τού Αγίου Πνεύματος καί β) άποστολής Του στόν κόσμο. Τό πρώτο είναι ένδοτριαδική σχέση ή κατάσταση, πού συμβαίνει έκτός χρόνου («άϊδίως» καί «πρό πάντων τών αιώνων»). Τό δεύτερο, ή άποστολή στόν κόσμο γιά τόν άγιασμό τών πιστών, είναι γεγονός πού συμβαίνει «έν χρόνω». Τό πρώτο άναφέρεται στήν ύπόσταση καί στήν ούσία, τό δεύτερο άναφέρεται στή χάρη ή στήν ένέργεια τού Αγίου Πνεύματος. Τό πρώτο γίνεται μόνο «έκ τού Πατρός», τό δεύτερο γίνεται «καί έκ τού Υίού». Μέ αύτή τήν έννοια κάποιοι Πατέρες ομιλούν γιά «έκπόρευση» τού Πνεύματος «καί έκ τού Υίού», έννοώντας τήν έντός τού χρόνου άποστολή Του στόν κόσμο. Ωστόσο, οί Πατέρες αύτοί ποτέ δέν διανοήθηκαν νά προσθέσουν κάτι άντίστοιχο στό Σύμβολο τής Πίστεως, γνωρίζοντας ότι έκεΐ ο όρος «έκπόρευσις» σημαίνει άποκλειστικά τόν τρόπο ύπάρξεως τού Αγίου Πνεύματος.
Σήμερα τό filioque έξακολουθεΐ νά άποτελεΐ τή μεγαλύτερη θεολογική διαφορά μεταξύ Ανατολής καί Δύσεως. Ή διαφαινόμενη ύποτίμησή του άπό τή Ρωμαιοκαθολική πλευρά οφείλεται προφανώς στήν έξασθένηση τών κριτηρίων άληθείας στόν δυτικό χώρο. ’Άλλα θέματα ένδιαφέρουν περισσότερο τούς Ρωμαιοκαθολικούς, όπως π.χ. τό παπικό πρωτείο. Γιά μάς, όμως, ή άλήθεια προέχει καί αξίζει νά άγωνισθεΐ, άλλά καί νά θυσιαστεί γι’ αύτήν ο πιστός, κατά τό παράδειγμα των Αγίων της Εκκλησίας μας.
(Περισσότερα γιά τό θέμα αύτου του τεύχους βλέπε στό κείμενο μέ τίτλο «Τό ιστορικό πλαίσιο της έμφανίσεως καί έπικρατήσεως του filioque» στήν ιστοσελίδα http://sathanasoulias.blogspot.gr/2013/03/fioque 14.html όπου καί σχετικές παραπομπές).
Φωτογραφίες
- ‘Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (+390). Άπό τούς Πατέρες πού διατύπωσαν τήν άλήθεια γιά τήν έκπόρευση του Αγίου Πνεύματος τόν δ’ μ.Χ. αι.
- Άγιος Φώτιος ο Μέγας, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (+886). Ό πρώτος άπό τούς Πατέρες, πού αντιμετώπισε θεολογικά τήν αίρεση του filioque τόν θ’ μ.Χ. αι.

0 Σχόλια