
Εις τήν Παρουσίαν του Κυρίου, καί περί συντελείας, καί εις τήν παρουσίαν του Άνττχρίστου.
Έφραίμ του Σύρου
Πως εγώ ό ελάχιστος και αμαρτωλός Έφραίμ, και πλήρης πλημμελημάτων, θέλω δυνηθη να διηγηθω τα ύπερ την δύναμίν μου! Άλλ’ επειδή ό Σωτηρ δια της ευσπλαγχνίας του, τούς αγραμμάτους σοφίαν εδίδαξε, καί δι’ αυτων τούς πανταχου πιστούς κατεφώτισε, θέλει ενδυναμώσει και ημων την γλώσσαν προς ωφέλειαν και οικοδομήν, και εμου του λέγοντος και πάντων των ακροατών. Θα λαλήσω δε με οδύνας, και θα ε’ΐπω με στεναγμούς, περι της συντελείας του κόσμου τούτου, και περι του αναιδέστατου και φοβερού Δράκοντος, οστις μέλλει να ταράξη πάσαν την ύπο τον ουρανόν κτίσιν, και να εμβάλη δειλίαν, και όλιγωρίαν, και δεινήν απιστίαν είς τας καρδίας των ανθρώπων, και να ποίηση τέρατα και σημεία και φόβητρα, ώστε, εαν δυνηθη, να πλανήση και τούς εκλεκτούς, και να απατήση πάντας δια ψευδων σημείων, και δια φαντασμων τεράτων, ύπο αυτου γενομένων. Διότι κατα συγχώρησιν του αγίου Θεου λαμβάνει εξουσίαν ν’ απατήση τον κόσμον· διότι επληθύνθη η ασέβεια του κόσμου, και πανταχου διάφορα κακά πράττονται. Και επειδη οι άνθρωποι ήθέλησαν να απομακρυνθωσιν άπό του Θεου, και ν’ αγαπήσωσι τον Πονηρόν, δια τουτο ό άχραντος Δεσπότης συνεχώρησε.
Μέγας είναι ό αγών, αδελφοη μάλιστα δε είς τούς πιστούς, κατα τούς καιρούς εκείνους, οταν γίνωνται σημεία και τέρατα ύπ’ αυτου του Δράκοντος εν πολλη εξουσία· οταν πάλιν δεικνύη έαυτόν ώς Θεόν δια φοβερων φαντασμάτων, και ίπταται είς τον αέρα, και πάντες οι δαίμονες σηκώνονται είς τον αέρα, ώς άγγελοι, έμπροσθεν του τυράννου· διότι φωνάζει μετα δυνάμεως, αλλάσσων μορφάς· και εκφοβίζων καθ’ ύπερβολήν άπαντας τούς ανθρώπους· τότε, αδελφοί, τίς θέλει εύρεθη τετειχισμένος, και μένων ασάλευτος, εαν δεν έχη το σημειον εν τη ψυχη του, δηλαδη την άγίαν παρουσίαν του μονογενούς Υιου του Θεου ημων; οταν ίδη την απερίγραπτον εκείνην θλίψιν, ητις γίνεται πανταχου είς πάσαν ψυχήν, η όποία δεν έχει τελείως παραμυθίαν, ούτε πάλιν άνεσιν εν γη και θαλλάσση· οταν ίδη οτι συνταράσσεται ό σύμπας κόσμος, και
9/10/2021 Εις την Παρουσίαν του Κυρίου, καί περί συντελείας, καί εις την παρουσίαν του Αντίχριστου. – Έφραίμ του Σύρου | Orthodox Fathers
φεύγει έκαστος δια να κρυβη εις τα ορη, και άλλος μεν αποθνήσκει της πείνης· άλλος δε αναλύεται ως κηρός εν δεινη θλίψει, και ουδεις υπάρχει ο ελεών· όταν ιδη απαντα τα πρόσωπα δακρύοντα, και μετα πόθου ερωτώντας τούς ανθρώπους, μήπως ακούεται λόγος Θεού επι της γης; και ακούει ουδαμού. Τις θέλει υποφέρει τας ήμέρας εκείνας; Τις δε θα υπομείνη την θλίψιν την αφόρητον; όταν ιδη σύγχυσιν των λαών, οι οποίοι έρχονται απο των περατων της γης εις την θέαν τού ουρανού, και ιδη οτι πολλοι προσκυνούσιν έμπροσθεν τού τυράννου, και κράζουσι μετα τρόμου, οτι σύ είσαι ο Σωτηρ ήμων· οταν ιδη οτι ή θάλασσα ταράσσεται, και ή γη ξηραίνεται, οι ουρανοί δεν βρέχουσι, τα φυτα μαραίνονται· απαντες δε οι οντες προς ανατολάς, φεύγουσι προς δυσμάς, εκ της πολλης δειλίας και πάλιν δε οι οντες προς δυσμάς, φεύγουσι προς ανατολάς μετα τρόμου, ο δε αναιδής εις πάντα τα πέρατα, ώστε να κηρύξη παρρησία, οτι
Γί βασιλεύς μέγας εφάνη μετα δόξης, έλθετε και ιδητε αυτόν. Τις είναι ο εχων ουτω αδαμαντίνηνψυχήν, ώστε να υποφέρη γενναίως απαντα τα σκάνδαλα; Τις αρα ο άνθρωπος αυτός, ως προειπον, ώστε να μακαρίσουσιν αυτον πάντες οι αγγελοι;
’Εγώ φιλόχριστοι και τέλειοι αδελφοί, εφοβήθην εξ αυτης της ενθυμίσεως τού Δράκοντος, μελετών καθ’ έαυτόν την θλίψιν, ητις μέλλει να γίνη εις τούς ανθρώπους κατα τούς καιρούς εκείνους· διότι αυτος ο Δράκων είναι μιαρός, και φοβερος εις το γένος των ανθρώπων, και μάλιστα γίνεται πικρότερος εις τούς δυναμένους να νικωσι τα φαντάσματα αυτού. Διότι τότε θα ευρεθωσι πολλοί ευάρεστοι εις τον Θεόν, δυνάμενοι να σωθωσιν εις τα ορη, και εις τα βουνά, και εις τούς ερήμους τόπους μετα πολλων δεήσεων και υπερβολικων κλαυθμων. Διότι ο αγιος Θεός, θεωρων αυτούς εις τοιούτον απερίγραπτον κλαυθμόν, και ειλικρινη πίστιν, ευσπλαγχνίζεται αυτούς· ως φιλόστοργος πατήρ, και διατηρεί αυτούς οπου εκρύβησαν· διότι ο παμμίαρος δεν παύει τού να ζητη τούς αγίους κατα γην και θάλασσαν, νομίζων, οτι θέλει βασιλεύσει τού λοιπού επι της γης, και πάντας υποτάσσει. Και νομίζει ο αθλιος οτι θα αντισταθη κατα την ώραν εκείνην την φοβεράν, οταν έλθη ο Κύριος εκ των ουρανων, μη γινώσκων ο αθλιος την ασθένειαν και υπερηφάνειαν αυτού, δια την οποίαν και εξέπεσεν.
Όμως ταράσσει την γην εκφοβίζει τα σύμπαντα δια ψευδων μαγικων σημείων. Κατα τον καιρόν δε εκείνον, οταν έλθη ο Δράκων, δε υπάρχει ανεσις επι της γης· αλλα θλίψις μεγάλη, ταραχή, και σύγχυσις, θάνατοι, και πείνα εις πάντα τα πέρατα· διότι αυτος ο Κύριος ήμων δια τού θείου αυτού στόματος ειπεν· οτι τοιαύτα δεν έγειναν απ’ αρχης της κτίσεως. · Ημείς δε οι αμαρτωλοί, πως θα παρομοιάσωμεν το υπέρμετρον και άνέκφραστον αυτης, άφού τοιουτοτρόπως την ώνόμασεν ο Θεός;
Άς συλλογισθεί δε έκαστος ακριβως τας αγίας λέξεις τού Κυρίου και Σωτηρος πως δια την ανάγκην και την θλίψιν την μεγάλην, κολοβώνει τας ήμέρας της θλίψεως, καθ’ ο ευσπλάγχνος, συμβουλεύων ήμας και λέγων: «Προσεύχεσθε δια να μη γείνη ή φυγή ήμων εν καιρω χειμώνος,
μήτε εν ήμέρα Σαββάτου.»(Ματθ‘ 24,20) , (Μαρκ‘ 13,18) Και πάλιν. «Αγρυπνείτε πάντοτε δεόμενοι
9/10/2021 Εις την Παρουσίαν του Κυρίου, καί περί συντελείας, καί εις την παρουσίαν του Αντίχριστου. – Έφραίμ του Σύρου | Orthodox Fathers
συνεχώς δια να καταξιωθήτε να έκφύγητε την θλίψιν και να σταθήτε έμπροσθεν του Θεού, διότι ό καιρός είναι έγγύς» (Λουικ 21,36) . Άς δεηθώμεν συνεχώς με δάκρυα καί προσευχάς νύκτα καί ήμέραν προκόπτοντες ένώπιον του Θεου δια να σωθώσιν οι αμαρτωλοί. Έάν τις εχη δάκρυα καί κατάνυξιν, ας δεηθη εις τον Κύριον, δια να ρυσθώμεν από την θλίψιν, ή όποία μέλλει να ελθη εις την γήν διότι θα γείνωσι κατα τόπους λιμοί, σεισμοί, καί θάνατοι διάφοροι έπί τής γής.
Γ ενναία θα ήναι ή ψυχή, ητις θα δυνηθη να κράτηση έαυτήν απηλλαγμένην από τα σκάνδαλα ταυτα. Διότι έαν εύρεθει άνθρωπος να άδιαφορη, εύκολα πολιορκειται καί γίνεται αιχμάλωτος του Δράκοντος του πονηρού καί δολίου, καί ό τοιουτος εύρίσκεται ασυγχώρητος εις την κρίσιν, διότι έπίστευσεν εις τον Τύραννον έκουσίως. Πολλών προσευχών καί δακρύων εχομεν ανάγκην αγαπητοί, δια να εύρεθώμεν ακλόνητοι εις τούς πειρασμούς. Διότι πολλά είναι τα φαντάσματα, τα όποία γίνονται από το θηρίον. Διότι έπειδη είναι Θεόμαχον θέλει όλοι ν’ απολεσθώσι διότι τοιουτον τρόπον μεταχειρίζετα ό Τύραννος, ώστε όλοι να βαστάζωσι την σφραγίδα του Θηρίου όταν θα ελθη ν’ απατήση τα σύμπαντα.
Προσέχετε, αδελφοί μου, την ύπερβολήν του θηρίου διότι μεταχειρίζεται διάφορα τεχνάσματα πονηρίας. Άρχεται από την γαστέρα ίνα όταν τις στενοχωρηθη μη εχων φαγητά, αναγκασθή να λάβη την σφραγίδα έκείνου, οχι ώς ετυχεν, εις παν μέρος του σώματος, αλλ’ εις την δεξιάν χείρα καί εις το μέτωπον, δια να μη εχη έξουσίαν ό άνθρωπος να κάμη με αυτήν το σημειον του σταυρού, μήτε πάλιν εις το μέτωπον να σημειώση το άγιον ονομα του Κυρίου. Διότι γνωρίζει ό αθλιος, ότι όταν ό σταυρος του Κυρίου σφραγισθη έπί του ανθρώπου λύει πασαν την δύναμιν του Έχθρου καί δια τουτο σφραγίζει την δεξιάν του ανθρώπου.
Λοιπόν, αδελφοί μου, φρικτος είναι ό αγών εις όλους τούς φιλοχρίστους ανθρώπους, ίνα μέχρις ώρας του θανάτου μη δειλιάσωσι, μηδε αμελήσωσιν, όταν χαράσση ό Δράκων την σφραγίδά του, αντί του σταυρου του Σωτήρος. Διότι πάντα τρόπον μεταχειρίζεται, ίνα ουδόλως ονομάζηται το ονομα του Κυρίου ήμών καί Σωτήρος εις τον καιρόν τουτον. Τουτον δε κάμνει φοβούμενος καί τρέμων την αγίαν δύναμιν του Σωτήρος ήμών. Διότι έαν τις δέν σφραγίζηται με την σφραγίδα έκείνου, δεν γίνεται αιχμάλωτος εις τα φαντάσματα έκείνου, ούτε ό Κύριος απομακρύνετα απ’ αυτου, αλλα τον φοβίζει καί τον σύρει, προς έαυτόν. Πρέπει να έννοήσωμεν, αδελφοί, μετα πάσης ακριβείας, ότι τα φαντάσματα του έχθρου είναι αποτρόπαια. Ό δε Κύριος ήμών ερχεται με γαλήνην δια ν’ αποκρούση δι’ ήμας τα τεχνάσματα του Θηρίου. Την στερεαν πίστιν του Χριστου ειλικρινώς βαστάζοντες, θα κάμωμεν την δύναμιν του τυράννου ευκλόνιστον. Άς αποκτήσωμεν λογισμόν αμετάθετον καί σταθερότητα, καί τότε απομακρύνεται αφ’ ήμών ό ασθενής έχθρός, μη εχων τί να κάμη. Έγώ ό έλάχιστος παρακαλώ ύμας, αδελφοί φιλόχριστοι, ας μη γινώμεθα μαλθακοί, αλλα μαλλον δυνατοί με την δύναμιν του Χριστου, διότι απαραίτητος αγών είναι έπί θύρας· ας αναλάβωμεν λοιπόν τον θυρεόν τής πίστεως. Έτοιμοι λοιπόν γίνεσθε καθώς πιστοί οικέται, μη δεχόμενοι αλλον· έπειδη ό κλέπτης, καί αλάστωρ, καί ασπλαγχνος μέλλει να ελθη πρώτος εις ώρισμένους καιρούς, θέλων να κλέψη, να θύση, καί να
άπολέση την εκλεκτήν ποίμνην του αληθινού ποιμένος Χριστού, και έπί τούτω αναλαμβάνει σχήμα του άληθινοΰ ποιμένος.
Ας μάθωμεν, ω φίλοι, με ποιον σχήμα ερχεται εις τήν γήν ο αναίσχυντος οφις. Επειδή ο Σωτήρ, θέλων να σώση το άνθρώπινον γένος, έτέχθη έκ Παρθένου, καί έν σχήματι άνθρώπου έπάτησε τον εχθρόν με τήν αγίαν δύναμιν τής Θεότητος Αύτοΰ, ήθέλησε καί ούτος ν’ άναλάβη το σχήμα τής αύτοΰ παρουσίας δια να μας άπατήση. Ό δε Κύριος ήμων θα ελθη είς τήν γήν έν νεφέλαις φωτειναις ώς άστραπή φοβερά, ο δε έχθρός δεν θα ελθη τοιουτοτρόπως, διότι είναι άποστάτης. Γ ενναται μεν άκριβως έκ κόρης μιαρας, άλλα δεν σαρκοΰται τοιουτοτρόπως. Θά ελθη δε ο παμμίαρος έν σχήματι τοιούτω, ώς κλέπτης, δια να άπατήση τα σύμπαντα. Θά ήναι ταπεινός, ήσυχος, θα μισή τήν άδικίαν, θα άποστρέφηται τα είδωλα, θα προτιμά τήν εύσέβειαν, άγαθός, φιλόπτωχος, εύηδής καθ’ ύπερβολήν, εύκατάστατος, ιλαρός είς όλους, θα τιμά πολύ το γένος των Ιουδαίων, διότι αύτοί προσμένουσι τήν ελευσιν έκείνου.
Μεταξύ δε πάντων τούτων, θα έκτελή σημεια καί τέρατα, φόβητρα με πολλήν έξουσίαν, θα προσπαθή δολίως να άρέση είς όλους, δια να άγαπηθή ταχέως άπό πολλούς, δεν θα λάβη δωρα, δεν θα λαλήση μεθ’ ήμων, θα φαίνηται κατηφής, θα έξαπατα τόν κόσμον ύπό τό πρόσχημα τής εύταξίας, εως ού βασιλεύση. Όταν λοιπόν ίδωσι λαοί πολλοί καί δήμοι τοιαύτας άρετας καί δυνάμεις, εννουνται όλοι συγχρόνως με μίαν γνώμην, καί με χαραν μεγάλην κηρύσσουσι αύτόν βασιλέαν, λέγοντες μεταξύ των. Μήπως αρα εύρίσκεται άνθρωπος άλλος τόσον άγαθός καί δίκαιος; Ανορθοΰται δε εύθέως ή βασιλεία έκείνου, καί θα παρατάξη μεθ’ ήμων τρεις βασιλείς μεγάλους. Έπειτα ύψοΰται ή καρδία του καί θα έμέση ο Δράκων τήν πικρότητά του. Ταράσσων δε τήν οίκουμένην κινει τα πέρατα, θλίβει τα σύμπαντα, καί μιαίνει τας ψυχάς. Όχι πλέον ώς εύλαβής, άλλα πολύ αύστηρός είς όλα· Απότομος, οργίλος, θυμώδης, άκατάστατος, φοβερός, άηδής, καί προσπαθων να έμβάλη είς τόν βόθρον τής άσεβείας όλον τό άνθρώπινον γένος. Πληνθύνει σημεια ψευδως, καί οχι άληθως· καί ένω παρίσταται, πολύς λαός καί εύφημει αύτόν, βάλλει φωνήν ισχυράν, ώστε να σαλευθή ο τόπος, έπί τοΰ οποίου ίστανται οι οχλοι, λέγων. Γνωρίσατε όλοι οι λαοί τήν δύναμίν μου καί τήν έξουσίαν· μεταθέτει ορη, καί άνάγει νήσους άπό τήν θάλασσαν με πλάνην καί φαντασίαν καί ένω πλανα τόν κόσμον καί φαντάζει τα σύμπαντα, πολλοί θα δοξάζωσι καί θα πιστεύωσιν αύτόν θεόν ισχυρόν.
Τότε θα θρηνή δεινως καί θα στενάζη πασα ψυχή· τότε όλοι θα ύποφέρωσι θλήψιν άπαραμύθητον, ή οποία θα κατέχη αύτούς νύκτα καί ήμέραν, καί δεν θα εύρίσκωσιν ούδαμοΰ παρηγορίαν. Τότε θα άποθνήσκωσι τα νήπια είς τούς κόλπους των μητέρων, καί πάλιν ή μήτηρ θα άποθνήσκη έπάνω είς τό παιδίον· καί ο πατήρ μετα τής γυναικός καί των τέκνων τοΰ θ’ άποθνήσκη είς τα αγοράς, καί δεν θα ύπάρχη τις να θάψη αύτούς καί να τούς βάλη είς μνήμα. Από τα πολλα δε θνησιμαία, τα οποια θα ρίπτονται είς τας πλατείας, θα ύπάρχη παντοΰ δυσωδία, ή οποία θα στενοχωρή πολύ τούς ζωντας. Τό πρωϊ όλοι θα λέγωσι μετ’ οδύνης καί στεναγμών πότε θα γίνη έσπέρα να άναπαυθώμεν ολίγον; όταν δε θα ελθη πάλιν ή έσπέρα θα λέγωμεν με πικρότατα δάκρυα, πότε αρα θα φώτιση δια ν’ άποφύγωμεν τη θλίψιν, ή οποία μας κυριεύει; Και δεν θα ύπάρχη τόπος να φύγη τις και να κρυβη, διότι τα πάντα θα ταραχθώσι και ή θάλασσα καί ή ξηρά.
Δια τούτο είπεν εις ήμας ο Κύριος: Γρηγορειτε δεόμενοι άδιαλείπτως να διαφύγητε την θλιψιν· θα ήναι δυσωδία εν θαλάσση, δυσωδία επί τής γης, λιμοί, σεισμοί, εν θαλάσση σύγχυσις, επί τής γής σύγχυσις, εν θαλάσσης φόβητρα, φόβητρα επί τής γής. Χρυσός πολύς καί άργυρος, καί μεταξωτά ιμάτια, άλλα δέν θέλουσιν ώφελήσει εις τήν θλίψιν εκείνην, καί πάντες οι άνθρωποι μακαρίζουσι τούς όσοι άπέθανον πρίν ελθη ή μεγάλη θλιψις επί γής. Διότι ρίπτεται καί ο χρυσός καί ο άργυρος εις τας πλατείας, καί ούδείς εγγίζει αυτά· επειδή όλα είναι βδελυκτά. Πάντες σπουδάζουσι να διαφύγωσι καί να κρυβώσιν, άλλ’ ούδαμοΰ εύρίσκουσι τόπον δια να κρυβώσιν εκ τής θλίψεως. Προς δε τούτοις μετα τοΰ λιμοΰ καί τής θλίψεως, καί τοΰ φόβου, εύρίσκονται θηρία καί έρπετά δάκνοντα, εσωθεν φόβος καί εξωθεν τρόμος· καί εν νυκτί καί εν ήμέρα θνησιμαία κεινται εις τας πλατείας. Εις πλατείας δυσωδία, εις τας οικίας δυσωδία, εις τας πλατείας πεινα καί δίψα, εις τας οικίας πεινα καί δίψα· εις τας πλατείας φωνή κλαυθμοΰ, εις τας πλατείας θόρυβος, εις τας οικίας θόρυβος· εις έκαστος μετα κλαυθμοΰ συναντα τον έτερον· πατήρ το τέκνον καί υιος τον πατέρα, μήτηρ τήν θυγατέρα, φίλοι μετα φίλων εναγκαλισθέντες εκλείπουσι καί άδελφοί μετα άδελφών εναγκαλισθέντες άποθνήσκωσιν. Έμαράνθησαν καί τα κάλλη τοΰ προσώπου πάσης σαρκός. Γίνονται δε αι μορφαί τών άνθρώπων ώς νεκροΰ. Γίνεται βδελυκτον καί μισητόν το κάλλος τών γυναικών. Θέλει μαρανθη πασα σάρξ, καί ή επιθυμία τών άνθρώπων. Όλοι δε όσοι επείσθησαν εις το φοβερόν θηρίον, καί ελαβον τήν σφραγίδα εκείνου, τον δυσεβή χαρακτήρα τοΰ μιαροΰ, προστρέχοντες προς αύτον θα λέγωσι μετ’ οδύνης. Δος εις ήμας να φάγωμεν καί να πίωμεν, διότι πάντες άποθνήσκομεν τής πείνης, καί άποδίωξον άφ’ ήμών πάντα τα ιοβόλα θηρία. Καί μή εχων ο άθλιος άποκρίνεται πολύ άποτόμως λέγων “πόθεν εγώ θα δώσω εις ύμας να φάγητε καί να πίητε, ώ ανθρωποι, ο ούρανος δέν θέλει να δώση βροχήν εις τήν γήν· ή γή πάλιν δέν εδωκε διόλου θέρος ή γεννήματα. Άκούοντες δε ταΰτα οι λαοί, πενθοΰσι καί κλαίουσι, μή εχοντες παντελώς παραμυθίαν θλίψεως, άλλα θα γίνη εις τήν θλίψιν αύτών θλίψις άπερίγραπτος, διότι τόσον προθύμως επίσπευσαν εις τον Τύραννον. Διότι εκείνος ο αθλιος δεν δύναται ούδε έαυτον να βοηθήση, καί πώς θα ελεήση αύτούς;
Εις εκείνας τας ήμέρας θα γίνη μεγάλη άνάγκη εκ τής πολλής στενοχώριας τοΰ Δράκοντος καί τοΰ φόβου, καί τοΰ σεισμοΰ, καί τοΰ ήχου τής θαλάσσης, καί τοΰ λιμοΰ, καί τής δίψης, καί τών δηγμάτων τών θηρίων. Πάντες δε οι λαβόντες τήν σφραγιδα τοΰ Αντίχριστου, καί προσκύνησαντες αύτόν, ώς τον άγαθον Θεόν, δέν θέλουσιν εχει μερίδα εις τήν βασιλείαν τοΰ Χριστοΰ, άλλα μετα τοΰ Δράκοντος θα βληθώσιν εις τήν γέενναν. Μακάριος ο εύρεθείς πανάγιος καί πάμπιστος, καί εχων δεδομένην τήν καρδίαν αύτοΰ προς τον Θεον άδιστάκτως· διότι άφόβως θα άποκρούση τας ερωτήσεις τοΰ πονηροΰ, καταφρονών καί τας βασάνους, καί
9/10/2021
Εις την Παρουσίαν του Κυρίου, καί περί συντελείας, καί εις την παρουσίαν του Αντίχριστου. – Έφραίμ του Σύρου | Orthodox Fathers
τας φαντασίας αύτοΰ. Πριν δε ταΰτα γίνωσι, θ’ άποστείλη ο Κύριος, ’Ηλίαν τον Θεσβίτην και τον Ένώχ, ώς εύσπλαχνος, δια να παρακινήσωσιν εις την εύσέβειαν το γένος των άνθρώπων, κηρύξωσι παρρησία την θεογνωσίαν εις πάντας τούς άνθρώπους, δια να μη πιστεύσωσιν εις τον Τύραννον ένεκα φόβου, καί θέλουσι κράζει καί λέγει “Πλάνος είναι, ώ άνθρωποι, ας μη πιστεύση κανείς εις αύτον παντελώς, μηδε να ύπακούση εις τον θεόμαχον” ας μη φοβηθη κανείς εξ ύμών, διότι ταχέως θα άφανισθη· Ιδού έρχεται εξ ούρανοΰ ο Κύριος δια να κρίνη πάντας, όσοι επίσθησαν εις τα σημεία αύτοΰ, άλλ’ ολίγοι είναι τότε οι θέλοντες να ύπακούσωσι, καί να πιστεύσωσιν εις το κήρυγμα των προφητών. Ταυτα δε ποιεί ο Σωτήρ, ινα δείξη την αφατον αύτοΰ φιλανθρωπίαν· ότι ούδε κατα τον καιρον εκείνον δέν άφίνει το γένος τών άνθρώπων ανευ κηρύγματος, δια να ώσι πάντες άναπολόγητοι εις την κρίσιν.
Πολλοί δε τών αγίων, όσοι τότε θα εύρεθώσιν εις την έλευσιν τοΰ μιαροΰ, χύνουσιν ποταμηδον τα δάκρυα μετα στεναγμών προς τον Θεον τον άγιον, δια να λυτρωθώσιν άπό τον Δράκοντα, καί φεύγουσι μετα μεγάλης σπουδής εις τας έρημους, καί κρύπνονται εις τα ορη, καί τα σπήλαια μετα φόβου· καί πασπαλίζουσι χώμα καί στάχτην εις τας κεφαλάς, παρακαλοΰντες νύκτα καί ήμέραν μετα πολλής ταπεινώσεως. Καί ο άγιος Θεος θέλει χαρίσει τοΰτο εις αύτούς· δηλαδη οδηγεί αύτούς ή χάρις εις ώρισμένους τόπους, καί σώζονται κρυπτόμενοι εις τας οπας καί τα σπήλαια, μη βλέποντες τα σημεία καί τα φόβητρα τοΰ άντίχριστου.
Διότι ή έλευσις τούτου γίνεται γνωστη εις τούς έχοντας τον νοΰν προσηλωμένον εις τα ανω, εις δε τούς έχοντας τον νοΰν εις βιωτικά πράγματα καί ποθοΰντας τα γήινα, δεν θα γίνη φανερον τοΰτο. Διότι όστις είναι δεδεμένος πάντοτε εις βιωτικα πράγματα, καί αν άκούση, άπιστεί, καί βδελύσεται τον λέγοντα. Οι δε αγιοι θέλουσιν ενδυναμωθή, διότι πάντοτε άπέρριψαν την μέριμναν τοΰ βίου τούτου. Τότε πενθεί πάσα ή γή καί ή θάλασσα, καί ο άηρ πενθεί, συγχρόνως δε καί τα αγρια ζώα, μετα τών πτεινών τοΰ ούρανοΰ, πενθοΰσιν ορη, καί βουνά, καί τα δένδρα τών πεδιάδων, πενθοΰσι δε καί οι φωστήρες τοΰ ούρανοΰ δια το γένος τών άνθρώπων, ότι πάντες εξέκλιναν άπό τοΰ αγίου Θεοΰ καί επίστευαν εις τον πλάνον, δεχθέντες το σημείον τοΰ μιαροΰ καί θεομάχου, άντί τοΰ ζωοποιοΰ σταυροΰ τοΰ Σωτήρος.
Πενθεί ή γή καί ή θάλασσα, διότι αιφνιδίως κατέπαυσεν ή φωνη τής ψαλμωδίας καί τής προσευχής εκ στόματος άνθρώπου. Πενθοΰσι πάσαι αι εκκλησίαι τοΰ Χριστοΰ πένθος μέγα, διότι δεν λειτουργείται ο αγιασμος καί ή προσφορά.
Όταν λοιπον συμπληρωθώσιν οι τρείς καιροί καί ήμισυς τής εξουσίας καί πράξεως τοΰ μιαροΰ, καί όταν εκληρωθώσι πάντα τα σκάνδαλα πάσης τής γής, θα έλθη επί τέλους ο Κύριος, ώς άστραπη άστράπτων εξ ούρανοΰ, ο αγιος, καί αχραντος καί φοβερός, καί ένδοξος Θεος ήμών μετα δόξης άκατανόητου, προτρεχόντων ενώπιον τής δόξης αύτοΰ τών ταγμάτων τών άγγέλων καί άρχαγγέλων, οι οποίοι είναι πάντες φλόγες πυρός, καί ποταμος πλήρης πυρος μετα φοβέρας άνεμοζάλης. Τα χερουβείμ έχοντα το ομμα κάτω, καί τα Σεραφείμ ιπτάμενα καί κρύπτοντα τα
πρόσωπα και τούς πόδας εις τας πυρίνας πτέρυγας, θέλουσι κράξει μετά φρίκης. Έγείρεσθε, οι κοιμώμενοι· Ιδού, ήλθεν ό Νυμφίος. Ανοίγονται δε τα μνήματα, καί ώς εν ριπή οφθαλμού εγείρονται πάσαι αι φυλαί, καί βλέπουσιν εις το κάλλος το άγιον τού Νυμφίου, καί μύριαι μυριάδες, καί χίλιαι χιλιάδες αγγέλων καί αρχαγγέλων, καί αναρίθμητοι στρατιαί, χαίρουσι χαραν μεγάλην, άγιοι δε καί δίκαιοι, καί πάντες οι μη λαβόντες την σφραγίδα τού Δράκοντος καί ασεβούς αγάλλονται. Καί άγεται ό Τύραννος δεδεμένος ύπο αγγέλων μετα πάντων των δαιμόνων ενώπιον τού βήματος, καί οι λαβόντες την σφραγίδα αύτού, καί πάντες οι ασεβείς καί αμαρτωλοί δεδεμένοι· καί δίδει ό βασιλεύς την κατ’ αύτων απόφασιν τής καταδίκης εις το πύρ το άσβεστον. Αμήν.
Λοιπόν αδελφοί μου πρέπει να ε’ΐμεθα έτοιμοι διότι δεν γνωρίζομεν την ώραν τού θανάτου μας επειδη έρχεται ξαφνικά καί μας πέρνει. Πρέπει να ξεμολογόμαστε να δίνωμαι ελεημοσύνη καί να μεταλαμβάνωμαι.
ΤΕΛΟΣ
Ύπό Εύσεβίου Μοναχού
Λόγος εις τήν παρουσίαν του Κυρίου, καί περί συντελείας του κόσμου, καί εις τήν παρουσίαν του Άνττχρίστου
Πως εγώ ό ελάχιστος καί αμαρτωλός Έφραϊμ, καί μεστος πλημμελημάτων, δυνήσομαι εξειπειν τά ύπερ την εμην δύναμιν; Άλλ’ επειδη ό Σωτηρ ιδία εύσπλαγχνία τούς άγραμμάτους σοφίαν έδίδαξε καί δι’ αύτών τούς πανταχή πιστούς κατεφώτισε, καί ήμών αφθόνως την γλώτταν τρανώσει προς ώφέλειαν καί οικοδομήν καί εμοί τώ λέγοντι καί πάσιν ακροαταις. Λαλήσω δε εν οδύναις καί ειπω εν στεναγμοις περί τού ενεστωτος κόσμου τής συντελείας καί περί τού αναιδεστάτου καί δεινού Δράκοντος, τού μέλλοντος ταράσσειν πάσαν την ύπ’ ούρανον καί εμβαλειν δειλίαν καί ολιγωρίαν καί δεινην απιστίαν εν καρδίαις ανθρώπων, καί ποιειν τέρατα καί σημεια καί φόβητρα, ώστε, ει δυνηθή, πλανήσαι καί τούς εκλεκτούς, καί πάντας απατήσαι εν ψευδέσι σημείοις καί τεράτων φαντασμοις ύπ’ αύτού γινομένοις. Κατα συγχώρησιν γαρ Θεού τού άγίου, λαμβάνει εξουσίαν τού απατήσαι τον κόσμον, διότι επληθύνθη ή ασέβεια τού κόσμου καί πανταχού παντοια δεινα κατεργάζεται. Καί δια τούτο ό άχραντος Δεσπότης πνεύματι πλανήσεως αδελφοί, εν τοις καιροις εκείνοις, μάλιστα τοις πιστοις· όταν επιτελωνται σημεια καί τέρατα ύπ’ αύτού τού Δράκοντος εν πολλή εξουσία· όταν πάλιν δεικνύη έαυτόν, ώσπερ θεόν, εν φαντάσμασι φοβεροις εν τώ αέρι ιπτάμενον καί πάντας τούς δαίμονας εν τώ αέρι επηρμένους, ώσπερ αγγέλους, έμπροσθεν τού τυράννου· βοα γαρ εν ισχύϊ, αλλάσσων τας μορφάς, εκφοβων άμέτρως απαντας τούς ανθρώπους. Τότε, αδελφοί, τίς άρα εύρεθη τετειχισμένος και μένων ασάλευτος, εχων το τεκμήριον εν τη ψυχη, του μονογενούς Υιού τού Θεού ήμών την αγίαν παρουσίαν, όταν ίδη εκείνην την θλιψιν την άμύθητον γινομένην πανταχού επί πάσαν ψυχην μη εχουσαν τελείως ποθεν παραμυθίαν, ούτε πάλιν ανεσιν, εν γη καί θαλάσση; Όταν ίδη τον σύμπαντα κόσμον ταρασσόμενον, καί φεύγη έκαστος εν ορεσι κρυβήναι, τούς μεν λιμω θνησκοντας, τούς δε εν δίψη δεινη τηκομένους, ωσει κηρόν, και ουκ εστιν ο ελεών; Οταν ίδη απαντα τά πρόσωπα δακρύοντα καί πόθω ερωτώντας, μήποτε ρήμα Θεού επί τής γής; Καί άκούη, ουδαμού. Τίς αρα βαστάσει τάς ήμέρας εκείνας; Τίς δε ύπομείνη την θλιψιν την αφόρητον, όταν ίδη σύγχυσιν των λαών ερχομένων απο περάτων τής γής εις θέαν τού τυράννου, καί πολλούς προσκυνούντας έμπροσθεν τού τυράννου, κράζοντας μετά τρόμου οτι σύ εί ο σωτηρ ήμών; Θάλασσα ταράσσεται καί ή γή ξηραίνεται, ουρανοί ου βρέχουσι, τά φυτά μαραίνονται, απαντες δε οι οντες επί γής ανατολών επί δυσμάς φεύγουσιν εκ τής πολλής δειλίας· καί πάλιν δε οι οντες επί δυσμών ήλίου επί την ανατολήν φεύγουσι μετά τρόμου.
Λαβών δε ο αναιδης τότε την εξουσίαν, δαίμονας αποστελει είς πάντα τά πέρατα, ώστε κηρύξαι παρρησία οτι βασιλεύς μέγας εφάνη μετά δόξης· δεύτε καί θεάσασθε αυτόν. Τίς αρα εχων ούτως ψυχην αδαμαντίνην, ώστε φέρειν γενναίως απαντα τά σκάνδαλα; Τίς αρα εστίν ούτως, ως προειπον, άνθρωπος, ίνα πάντες Άγγελοι μακαρίσωσιν αυτόν; ’Εγώ γάρ, αδελφοί φιλόχριστοι καί τέλειοι, επτοήθην εξ αυτής τής μνήμης τού Δράκοντος, μελετών είς έαυτον την θλιψιν την μέλλουσαν εσεσθαι τοις ανθρώποις εν τοις καιροις εκείνοις, καί ποταπος δε ούτος ο Δράκων εύρίσκεται μιαρός, απότομος τω γένει τών ανθρώπων, πλειον δε άγίοις πικρότερος γίνεται, τοις δυναμένοις νικάν τά αύτού φαντάσματα. Εΐσί γάρ πολλοί εύρισκόμενοι τότε ευάρεστοι τω Θεω, δυνάμενοι σωθήναι εν ορεσι καί εν ερήμοις τόποις, εν πολλαις δεήσεσι καί κλαυθμοις αφορήτοις. Ό γάρ αγιος Θεος θεωρών αυτούς ούτως εν κλαυθμω αμυθήτω καί πίστει είλικρινει, σπλαγχνίζεται επ’ αυτούς, ως πατηρ φιλόστοργος, καί διατηρεί αυτούς, ενθα απεκρύβησαν. Καί γάρ ο παμμίαρος ου παύεται εκζητών τούς αγίους εν τε γη καί θαλάσση, λογιζόμενος οτι εβασίλευσε το λοιπον επί τής γής καί πάντας ύποτάσσει. Καί νομίζει ο αθλιος αντιστήναι τη ώρα εκείνη τη φοβερά, οταν ελθη ο Κύριος εκ τών ουρανών, μη είδώς ο αθλιος την έαυτού ασθένειαν καί ύπερηφανίαν, δι’ ην καί εξέπεσεν. Όμως ταράσσει την γήν, εκφοβει τά σύμπαντα εν ψευδέσι σημείοις μαγικοις. Ουκ εστιν εν τω καιρω εκείνω, οταν ελθη ο Δράκων, ανεσις επί τής γής, αλλά θλιψις μεγάλη, ταραχη καί σύγχυσις, θάνατοι καί λιμοί είς πάντα τά πέρατα· αυτος γάρ ο Κύριος ήμών θείω στόματι εφη, οτι τοιαύτα ου γέγονεν απ’ αρχής κτίσεως. Ήμεις δε οι αμαρτωλοί πώς εικάσομεν αυτής το ύπέρμετρον, αλλά καί ανέκφραστον, ούτως τού Θεού αυτην ονομάσαντος; Στησάτω δε έκαστος τον νούν αυτού ακριβώς εν λέξεσιν άγίαις τού Κυρίου καί Σωτήρος· πώς διά την ανάγκην καί θλιψιν την ύπέρογκον κολοβοι τάς ήμέρας τής θλίψεως, τη αύτού ευσπλαγχνία, παραινών ήμιν καί λέγων· προσεύχεσθε, ίνα μη γένηται ή φυγη ύμών
9/10/2021
Εις την Παρουσίαν του Κυρίου, καί περί συντελείας, καί εις την παρουσίαν του Αντίχριστου. – Έφραίμ του Σύρου | Orthodox Fathers
χειμώνος, μηδε σαββάτω. Και πάλιν αγρυπνείτε πάντοτε, δεόμενοι συνεχώς, ινα γένησθε άξιοι έκφυγειν της θλίψεως καί σταθηναι έμπροσθεν του Θεού· ό γάρ καιρός εγγύς.
Καί έν ταύτη τη κακία στήκομεν πάντες, καί ου πιστεύομεν. Δεηθώμεν συνεχώς έν δάκρυσι καί προσευχαις, νυκτος καί ήμέρας προσπίπτοντες τω Θεω, ινα σωθώμεν οι άμαρτωλοί. Ε’ΐ τις έχει δάκρυα καί κατάνυξιν, δεηθήτω του Κυρίου, ινα ρυσθώμεν έκ θλίψεως της μελλούσης ερχεσθαι έπί της γης· ινα μήτε ιδη παντελώς μήτε αυτο το θηρίον, μηδε πάλιν άκούση τά φόβητρα αυτου. Έσται γάρ κατά τόπους λιμοί, σεισμοί καί θάνατοι διάφοροι έπί της γης. Γ ενναίας εσται ψυχης, δυναμένης συγκρατησαι την έαυτοΰ ζωήν άναμέσον τών σκανδάλων. Έάν γάρ μικρον ολιγωρών εύρεθη άνθρωπος, ευχερώς πολιορκειται καί γίνεται αιχμάλωτος έν σημείοις τοΰ Δράκοντος, καί πονηροΰ καί δολίου. Καί άσύγγνωστος ό τοιοΰτος εύρίσκεται έν τη κρίσει· αυτοψεί γάρ εύρίσκεται, οτι έπίστευσε τω τυράννω έκουσίως. Πολλών ευχών καί δακρύων χρήζομεν, ώ άγαπητοί, ινα τις ήμών εύρεθη έδραιος έν τοις πειρασμοις. Πολλά γάρ εισι τά φαντάσματα τοΰ θηρίου τά γινόμενα· θεομάχος γάρ ύπάρχων, πάντας θέλει άπολέσθαι. Τοιοΰτον γάρ τρόπον σκευάζει ό τύραννος, ινα πάντες τήν σφραγίδα τοΰ θηρίου βαστάζωσιν, οταν ελθη άπατησαι τά σύμπαντα, έν τω καιρω τω ιδίω, έν σημείοις, εις το πλήρωμα τών καιρών καί είθ’ ούτως άγοράσαι τά βρώματα καί παν είδος· καί δημάρχους ιστα έπιτελειν το πρόσταγμα. Προσέχετε, άδελφοί μου, τήν ύπερβολήν τοΰ θηρίου· τεχνάσματα γάρ πονηρίας. Πώς έκ γαστρος άρχεται, ιν’ οταν τις στενωθη, βρωμάτων ύστερούμενος, άναγκασθη λαβειν έκείνου τήν σφραγιδα, ουχ ώς ετυχεν, εις παν μέλος τοΰ σώματος, άλλ’ έπί χειρα δεξιάν, όμοίως καί έπί τοΰ μετώπου, τον δυσσεβη χαρακτήρα, ινα έξουσίαν μή εχη ό άνθρωπος σφραγίσασθαι τη δεξια χειρί το σημειον τοΰ σταυροΰ, μήτε πάλιν έν μετώπω σημειώσασθαι παντελώς το άγιον άνομα τοΰ Κυρίου, μήτε τον ένδοξον καί τίμιον σταυρον τοΰ Χριστοΰ καί Σωτηρος ήμών. Γινώσκει γάρ ό άθλιος οτι ό σταυρος τοΰ Κυρίου, έάν σφραγισθη, λύει αυτοΰ πασαν τήν δύναμιν, καί διά τοΰτο σφραγίζει τήν δεξιάν τοΰ άνθρώπου· αύτη γάρ ή σφραγίζουσα πάντα τά μέλη ήμών. Όμοίως δε καί το μέτωπον, ώσπερ λυχνία, βαστάζει λύχνον φωτός, το σημειον τοΰ Σωτηρος ήμών έν τω ύψει.
Λοιπον ούν, άδελφοί μου, φρικτος άγών άπασι τοις φιλοχρίστοις άνθρώποις, ινα μέχρις ώρας τοΰ θανάτου μή δειλιάσωσι, μηδε στώσιν έν χαυνότητι, οταν χαράσση ό Δράκων τήν έαυτοΰ σφραγιδα άντί τοΰ σταυροΰ τοΰ Σωτηρος. Τοιοΰτον γάρ τρόπον ποιει, ινα παντελώς το ονομα τοΰ Κυρίου καί Σωτηρος μηδε ολως ονομασθη έν τω καιρω τούτω. Τοΰτο δε ποιει φοβούμενος καί τρέμων έξ άγίας δυνάμεως τοΰ Σωτηρος ήμών ό άσθενής. Έάν μή γάρ τις σφραγίζηται τήν έκείνου σφραγιδα, ου γίνεται αιχμάλωτος έκ τών έκείνου φαντασμάτων· ούτε πάλιν ό Κύριος άφίσταται έκ τών τοιούτων, άλλά φωτίζει καί ελκει προς έαυτόν. Νοειν ήμας δει, άδελφοί, μετά πάσης άκριβείας, τά τοΰ Έχθροΰ φαντάσματα άστοργα ύπάρχοντα. Ό δε Κύριος ήμών έν γαλήνη προσέρχεται πασιν ήμιν, άποκρούσασθαι δι’ ήμας τοΰ θηρος τά τεχνάσματα. Τήν άκλινη πίστιν τοΰ Χριστοΰ ειλικρινώς βαστάζοντες, ευρίπιστον ποιήσομεν τήν δύναμιν τοΰ τυράννου. Λογισμον άμετάθετον κτησώμεθα καί ευστάθειαν, καί άφίσταται ήμών ό άσθενής, μή εχων το τί
9/10/2021
Εις την Παρουσίαν του Κυρίου, καί περί συντελείας, καί εις την παρουσίαν του Αντίχριστου. – Έφραίμ του Σύρου | Orthodox Fathers ποιήση. ’Εγώ ό ελάχιστος, αδελφοί, παρακαλώ ύμας, φιλόχριστοι, μη γενώμεθα χαύνοι, άλλα μάλλον δυνατοί τη δυνάμει του σταυρου. Απαραίτητος άγών επί θύραις εστί· τον θυρεόν τής πίστεως άναλάβωμεν πάντες. Έτοιμοι ούν γίνεσθε, ώσπερ οίκέται πιστοί, άλλον μη δεχόμενοι. ’Επειδή γαρ ό κλέπτης καί άλάστωρ καί άπηνής, πρώτος μέλλει ερχεσθαι εν τοις ίδίοις καιροις, βουλόμενος κλέψαι καί θυσαι καί άπολέσαι τήν ποίμνην τήν εκλεκτήν του άληθινου ποιμένος Χριστού· άναλαμβάνει γαρ σχήμα του άληθινου ποιμένος. Διδαχθώμεν, ώ φίλοι, όποίω σχήματι ερχεται επί τής γής ό άναίσχυντος ’Όφις. Επειδή ό Σωτήρ σώσαι βουλόμενος το γένος τών άνθρώπων εκ Παρθένου ετέχθη καί σχήματι άνθρώπου επάτησε τον Εχθρόν, εν αγία δυνάμει τής αύτου θεότητος, ελογίσατο ούτος άναλαβειν το σχήμα τής αύτοΰ παρουσίας καί άπατήσαι ήμας. Ό δε Κύριος ήμών εν νεφέλαις φωτειναις, ώς άστραπή φοβερά, ελεύσεται επί τής γής.
Ούχ ούτως δε ό ’Εχθρός ελεύσεται· άποστάτης γάρ εστι. Τίκτεται δε άκριβώς εκ κόρης μιαρας το εκείνου οργανον, ούχ ούτος δε σαρκουται. Εν σχήματι δε τοιούτω ήξει ό παμμίαρος, ώς κλέπτης, άπατήσαι τα σύμπαντα· ταπεινός, ήσυχος, μισών, φησίν, αδικα, άποστρεφόμενος είδωλα, προτιμώμενος εύσέβειαν, άγαθός, φιλόπτωχος, εύειδής ύπερβολή, εύκατάστατος, ιλαρος προς πάντας, τιμών μεθ’ ύπερβολής το γένος τών Ιουδαίων αύτοί γαρ προσδοκώσι τήν εκείνου ελευσιν.
Μεταξύ δε πάντων τούτων σημεια επιτελει, τέρατα καί φόβητρα, εν πολλή εξουσία. Άρέσαι δε πασι τεχνάζεται δολίως, όπως άγαπηθή εν τάχει ύπο πολλών. Δώρα δε ού λήψεται, μετ’ οργής ού λαλήσει, κατηφής ού δείκνυται, σχήματι δε εύταξίας εξαπατά τον κόσμον, έως αν βασιλεύση. Όταν ούν ίδωσι λαοί πολλοί καί δήμοι τοιαύτας άρετας καί δυνάμεις, πάντες επί το αύτο μιά γνώμη γίνονται καί εν χαρά μεγάλη βασιλέα αύτον κηρύσσουσι, λέγοντες προς άλλήλους· μή αρα εύρίσκεται τηλικουτος άνθρωπος άγαθος καί δίκαιος; Άνορθουται δε εύθέως ή εκείνου βασιλεία, καί πατάξει εν θυμω τρεις βασιλείς μεγάλους. Έπειτα ύψουται τή καρδία, καί εμέσει ό Δράκων τήν έαυτου πικρότητα. Ταράσσει τήν οίκουμένην καί κινει τα πέρατα· εκθλίβει τα σύμπαντα, μιαίνει τας ψυχάς. Ούκέτι ώς εύλαβής, άλλα πάντα εν πασιν αύστηρός, άπότομος, οργίλος, θυμώδης, δεινός, άκατάστατος, φοβερός, άειδής, μισητός, βδελυκτός, άνήμερος, άλάστωρ, άναιδής καί σπουδάζων εμβαλειν είς βόθρον άσεβείας παν το γένος τών άνθρώπων. Πληθύνει σημεια ψευδώς καί ούκ άληθεία, εν τω πλήθει. Παρεστώτων καί αλλων πολλών δήμων καί εύφημούντων αύτον δια τας φαντασίας, βάλλει φωνήν ίσχυράν, ώστε σαλευθήναι τον τόπον, εν ω οι οχλοι αύτω παρεστήκασι· γνώτε, πάντες οι λαοί, τήν εμήν δύναμιν καί εξουσίαν. Μεθιστά ορη εν οφθαλμοις τών θεωρούντων καί νήσους άνάγει εκ τής θαλάσσης· πλάνη δε καί φαντασία πάντα, καί ούκ άληθεία· άλλα πλανά κόσμον καί φαντάζει τα σύμπαντα. Πολλοί πιστεύσουσι καί δοξάσουσιν αύτόν, ώς θεον ίσχυρόν. Τότε θρηνει δεινώς πασα ψυχή καί στενάζει. Τότε πάντες θεάσονται θλιψιν άπαραμύθητον, τήν περιέχουσαν αύτούς νυκτος καί ήμέρας, καί ούδαμου εύρίσκουσιν εμπλησθήναι τών βρωμάτων. Δήμαρχοι γαρ άπότομοι κατα τόπον σταθήσονται· καί εί τις φέρει μεθ’ έαυτου τήν σφραγιδα του τυράννου εν μετώπω ή δεξιά,
9/10/2021
Εις την Παρουσίαν του Κυρίου, καί περί συντελείας, καί εις την παρουσίαν του Αντίχριστου. – Έφραίμ του Σύρου | Orthodox Fathers
αγοράζει βραχύ βρώματα εκ των εύρισκομένων. Τότε εκλείπη τα νήπια εν τοις κόλποις των μητέρων θνήσκει πάλιν μήτηρ ύπεράνω του παιδίου· θνήσκει πάλιν πατήρ σύν γυναικι και τέκνοις εν ταις αγοραις, και ουκ εστιν ο θάπτων και συστέλλων εν μνήμασιν. Εκ των πολλων θνησιμαίων των ριπτομένων έν ταις πλατείαις δυσωδία πανταχόθεν έκθλίβουσα τούς ζωντας ίσχυρως. Πρωϊ πάντες έρουσι μετ’ οδύνης και στεναγμων· πότε έσπέρα γίνεται, ινα ανέσεως τύχωμεν; Καταλαβούσης δε πάλιν τής έσπέρας, έν δάκρυσι πικροτάτοις συλλαλοΰσιν είς έαυτούς· πότε αρα διαφαύσει, ινα τήν επικειμένην θλιψιν εκφύγωμεν; Και ουκ εστι που φυγειν ή κρυβήναι· τετάρακται γαρ τα σύμπαντα, ή θάλασσα και ή ξηρά.
Δια τοΰτο εφη ήμιν ο Κύριος· γρηγορειτε, δεόμενοι αδιαλείπτως εκφυγειν εκ θλίψεως. Δυσωδία εν θαλάσση, δυσωδία επι τής γής, λιμοί, σεισμοί. Εν θαλάσση σύγχυσις, επι τής γής σύγχυσις· εν θαλάσση φόβητρα, φόβητρα επι τής γής. Χρυσός πολύς και άργυρος και σηρικα ιμάτια ουδεν ώφελήσει τινα εν τη θλίψει εκείνη, αλλα πάντες οι ανθρωποι τούς νεκρούς μακαρίζουσι τούς ταφέντας προ τοΰ ελθειν τήν θλιψιν τήν μεγάλην επι τής γής. ‘Ρίπτεται γαρ και ο χρυσός και ο άργυρος εν πλατείαις, και ουκ εστιν ο απτόμενος, επει πάντα εβδέλυκται· αλλα πάντες του εκφυγειν και κρυβήναι σπουδάζουσι, και ουδαμοΰ αυτοις εστι κρυβήναι εκ θλίψεως. Άλλ’ ετι μετα τοΰ λιμοΰ και τής θλίψεως και τοΰ φόβου θηρία και έρπετα σαρκοφάγα εύρίσκονται δάκνοντα. Έσωθεν φόβος και εξωθεν τρόμος, και εν νυκτι και εν ήμέρα. Εν πλατείαις θνησιμαία. Εν πλατείαις δυσωδία, εν οίκίαις δυσωδία. Εν πλατείαις πεινα και δίψα, εν οίκίαις πεινα και δίψα. Εν πλατείαις φωνή κλαυθμοΰ, εν οίκίαις φωνή κλαυθμοΰ. Εν πλατείαις θόρυβος, εν οίκίαις θόρυβος. Εις έκαστος τω έτέρω μετα κλαυθμοΰ συναντωσι· πατήρ τέκνω και υιος πατρί· μήτηρ τη θυγατρί. Φίλοι φίλοις εν πλατείαις περιπλακέντες εκλείπουσι, και αδελφοι αδελφοις περιπλακέντες θανατοΰνται. Μεμάρανται και το κάλλος τής οψεως πάσης σαρκός· γίνονται δε αι ίδέαι αυτων ώς νεκροΰ. Εβδέλυκται και μεμίσηται και το κάλλος των γυναικων. Μαρανθήσεται πάσα σαρξ και ή επιθυμία των ανθρώπων. ‘Άπαντες δε οι πεισθέντες τω δεινω θηρίω και λαβόντες τήν εκείνου σφραγιδα, τον δυσσεβή χαρακτήρα τοΰ μιαροΰ, προστρέχοντες αυτω αμα και λέγουσι μετ’ οδύνης· δος ήμιν φαγειν και πιειν, οτι πάντες εκλείπομεν εκ τοΰ λιμοΰ σφιγγόμενοι· και απέλασον αφ’ ήμων τα ίοβόλα θηρία. Και απορων ο αθλιος αποκρίνεται εν πολλη αποτομία, λέγων· πόθεν εγώ δώσω ύμιν φαγειν και πιειν, ώ ανθρωποι; Ό ουρανος ου βούλεται δοΰναι τη γη ύετόν· ή γή δε πάλιν ου δέδωκεν ολως θέρος ή γεννήματα. Άκούοντες δε ταΰτα οι λαοί, πενθοΰσι και κλαίουσι, μή εχοντες παντελως παραμυθίαν θλίψεως, αλλα θλιψις επι τη θλίψει εσται αυτοις αμύθητος, οτι ούτως ευπροθέτως τω τυράννω επίστευσαν.
Εκεινος γαρ ο αθλιος ουκ ίσχύει ουδε έαυτω βοηθήσαι· και πως αυτούς ελεήσαι; Εν εκείναις ταις ήμέραις εσται ανάγκη μεγάλη εκ θλίψεως πολλής τοΰ Δράκοντος και τοΰ φόβου και σεισμοΰ και τής θαλάσσης τοΰ ήχου και τοΰ λιμοΰ και τής δίψης και των δηγμάτων των θηρίων. Πάντες δε οι λαβόντες τήν σφραγιδα τοΰ Άντιχρίστου και προσκυνήσαντες αυτω, ώς Θεω τω αγαθω, ουκ εχουσί τινα μερίδα εν τη βασιλεία τοΰ Χριστοΰ, αλλα μετα τοΰ Δράκοντος
βληθήσονται εν τη γεέννη. Μακάριος ό εύρεθείς πανάγιος και πάμπιστος, ό έχων αύτοΰ την καρδίαν προς τον Θεόν άδιστάκτως· άφόβως γάρ εκκρούεται τάς πεύσεις αύτοΰ πάσας, καταφρονών καί βασάνων καί των φαντασιών αύτοΰ. ΠρΙν η δε ταΰτα γενέσθαι, άποστέλλει ό Κύριος ’Ηλίαν τον Θεσβίτην καί τον ’Ενώχ, ώς ευσπλαγχνος, όπως αύτοί γνωρίσωσιν εύσέβειαν τω γένει τών άνθρώπων καί κηρύξωσι παρρησία θεογνωσίαν πασι, μη πιστεΰσαι τω τυράννω φόβου ένεκα, κράζοντας καί λέγοντας· πλάνος εστίν, ώ άνθρωποι· μηδείς αύτω πιστεύση το σύνολον, η ύπακούση τω θεομάχω· μηδείς ύμών φοβηθη· εν τάχει γάρ καταργειται. Ό Κύριος ό άγιος, ιδού, έρχεται εξ ούρανοΰ κριναι πάντας τούς πειθομένους αύτοΰ τοις σημείοις. Πλην ολίγοι εισί τότε οι θέλοντες ύπακούειν καί πιστεΰσαι τω κηρύγματι τών Προφητών. Τοΰτο δε ποιει ό Σωτήρ, ινα δείξη την άφατον αύτοΰ φιλανθρωπίαν· οτι ούδε εν τω καιρω εκείνω άφίησι το τών άνθρώπων γένος δίχα κηρύγματος, οπως άναπολόγητοι ώσι πάντες εν τη κρίσει. Πολλοί μεν ουν των αγίων, οσοι τότε εύρεθωσιν εις την έλευσιν τοΰ μιαροΰ, εκχέουσι ποταμηδον τά δάκρυα εν στεναγμοις προς τον Θεον τον άγιον τοΰ ρυσθήναι τοΰ Δράκοντος. Καί φεύγουσιν εν σπουδη μεγάλη εν ερήμοις, καί κρύπτονται εν ορεσι καί σπηλαίοις μετά φόβου, καί πάσσουσι γήν καί σποδον επί τάς κεφαλάς, δεόμενοι νυκτος καί ήμέρας εν πολλη ταπεινώσει. Καί δωρειται αύτοις τοΰτο παρά Θεοΰ τοΰ αγίου, καί όδηγει αύτούς ή χάρις εις τόπους ώρισμένους, καί σφζονται κρυπτόμενοι εν ταις οπαις καί τοις σπηλαίοις, μη βλέποντες τά σημεια καί τά φόβητρα τοΰ Άντιχρίστου. Τοις γάρ έχουσι γνώσιν, εύχερώς ή τούτου γνωρίζεται έλευσις· τοις δε τον νοΰν έχουσιν εις πράγματα βιωτικά καί ποθοΰσι τά γήϊνα, ούκ ευδηλον έσται τοΰτο.
Ό γάρ άεί δεδεμένος εν πράγμασι βιωτικοις, κάν άκούση, άπιστει καί βδελύσσεται τον λέγοντα. Τούτου χάριν ενισχύουσιν οι άγιοι, οτι πασαν την ήμέραν καί την μέριμναν τοΰ βίου τούτου άπέρριψαν. Πενθει τότε πασα ή γή καί θάλασσα. Καί άηρ πενθει άμα καί τά ζώα τά άγρια σύν πετεινοις τοΰ ούρανοΰ. Πενθοΰσιν ορη καί βουνοί καί τά ξύλα τοΰ πεδίου. Πενθοΰσι δε καί φωστήρες τοΰ ούρανοΰ διά το γένος τών άνθρώπων, οτι πάντες εξέκλιναν άπο τοΰ Θεοΰ τοΰ αγίου καί τω πλάνω επίστευσαν, δεξάμενοι χαρακτήρα τοΰ μιαροΰ καί θεομάχου άντί τοΰ ζωοποιοΰ σταυροΰ τοΰ Σωτήρος. Πενθει ή γή καί ή θάλασσα, οτι άφνω κατέπαυσε φωνη ψαλμοΰ καί προσευχής εκ στόματος άνθρώπου. Πενθοΰσιν αι εκκλησίαι τοΰ Χριστοΰ πασαι πένθος μέγα, διότι ού λειτουργειται αγιασμος καί προσφορά. Μετά γοΰν το πληρωθήναι τούς τρεις καιρούς καί ημισυ τής τοΰ μιαροΰ εξουσίας καί πράξεως, καί οταν πληρωθη πάντα τά σκάνδαλα πάσης τής γής, καθώς φησιν ό Κύριος, ηξει λοιπόν, ώς άστραπη άστράπτων εξ ούρανοΰ, ό άγιος καί άχραντος καί φοβερος καί ένδοξος Θεος ήμών, μετά δόξης άνεικάστου, προτρεχόντων τών ταγμάτων ενώπιον τής δόξης αύτοΰ Αγγέλων, Αρχαγγέλων, πάντες φλόγες πυρος οντες, καί ποταμος πλήρης πυρος εν φοβερω ροιζήματι. Χερουβείμ έχοντα το ομμα κάτω καί Σεραφείμ ιπτάμενα καί κρύπτοντα τά πρόσωπα καί τούς πόδας εν ταις πτέρυξι ταις πυρίναις, κεκραγότα μετά φρίκης· εγείρεσθε, οι καθεύδοντες. Ιδού, ήλθεν ό Νυμφίος. Ανοίγονται δε τά μνήματα, καί ώς εν ριπη οφθαλμοΰ εγείρονται πασαι αι φυλαί, καί βλέπουσιν εις το κάλλος το άγιον του Νυμφίου. Και μύριαι μυριάδες και χίλιαι χιλιάδες Αγγέλων και Αρχαγγέλων, άναρίθμητοι στρατιαί, χαίρουσι χαράν μεγάλην. Άγιοι καί δίκαιοι καί πάντες οι μη λαβόντες την σφραγίδα του Δράκοντος <του μιαρου> καί άσεβους άγάλλονται. Καί άγεται ό τύραννος, δεδεμένος ύπο Αγγέλων, σύν πασι τοις δαίμοσιν, ένώπιον του βήματος, καί οι λαβόντες την αύτοΰ σφραγίδα, καί πάντες οι άσεβεις καί άμαρτωλοί δεδεμένοι. Καί δίδωσιν ό Βασιλεύς την κατ’ αυτών άπόφασιν τής αιωνίου κρίσεως έν τω πυρί τω άσβέστω. Πάντες δέ οι μή λαβόντες τήν σφραγίδα του Άντιχρίστου, καί πάντες οι έν σπηλαίοις, άγάλλονται σύν τω Νυμφίω έν παστω αιωνίω καί ουρανίω, μετά πάντων τών Αγίων, εις άπεράντους αιώνας τών αιώνων.
Άμήν.

0 Σχόλια