Ο Νικηταράς, ναι ο τουρκοφάγος, μετά την μάχη των Δερβενακίων (Ιούλιο του 1822) και αφού είχε σκουπίσει τον όλεθρο στις τάξεις των εχθρών ακάματος όπως ήταν μπήκε καιπερπάτησε μέσα στο πεδίο της μάχης.
Εκεί λέγεται πως συνάντησε χάμω έναν τραυματισμένο Αλβανό να μουγκρίζει από τους πόνους και να κυλιέται στο χώμα. Μόλις είδε τον Νικηταρά που δεν γνώριζε ποιος είναι τον παρακάλεσε να του “πάρει” το κεφάλι για να σταματήσει να υποφέρει.Τότε ο Νικηταράς του είπε:
«Ωρέ, εγώ είμαι στρατιώτης και όχι δήμιος. Έλα να σε πάρω και σε πάω στο γιατρό του στρατοπέδου μας να σε γιατρέψει».
Έτσι και έγινε, γονάτισε και πήρε στην πλάτη του τον τραυματισμένο Αλβανό.
Στον δρόμο οι άλλοι Έλληνες βλέποντας τον Νικηταρά, άρχισαν να τον χαιρετούν και να τον επευφημούν. Μόλις κατάλαβε ο Αλβανός ποίος ηταν αυτός που τον είχε σώσει συγκινημένος προσπάθησε κρυφά να κόψει με λεπίδα ένα βόστρυχο από τα πλούσια μακριά μαλλιά του Νικηταρά.
«Είσαι άπιστος ωρέ Αλβανέ! Εγώ θέλω να σε σώσω και συ προσπαθείς να με σκοτώσεις!».Του είπε αμέσως ο ήρωας μας.
Ο Αλβανός με δάκρυα στα μάτια δείχνοντας την τούφα απο τα μαλλιά του σωτήρα του, ομολόγησε πως επιθυμούσε να την κρατήσει σαν πολύτιμο κειμήλιο, απόδειξη του ηρωισμού και της γενναιοψυχίας του σωτήρα του.


0 Σχόλια