Τοῦ κ. Εὐλαλίου Θωμαΐδη, Θεολόγου
Τὸ θεῖο φῶς, σύμφωνα μὲ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Παλαμᾶ, δὲν ταυτίζεται μὲ τὴν ὑπὲρ πᾶσαν ἔκφανση οὐσία τῆς θεότητας [1], πρᾶγμα ποὺ ὑποστηρίζει ἀκράδαντα ὁ Νικηφόρος Γρηγορᾶς. Ἐπίσης, τὸ διάφορο τῆς οὐσίας φῶς δὲν ἀποτελεῖ δημιούργημα, ἐνδιάμεση πραγματικότητα ποὺ ὑφίσταται μεταξύ τῆς θεότητας καὶ τῆς δημιουργίας καὶ κτίσμα διαφορετικῆς ἀπὸ τὰ συνήθη κτίσματα ποιότητας, διότι κτίσμα ἄλλης ποιότητας ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν παραδοχὴ τῆς ἀνυπαρξίας, καθότι αὐτὸ ποὺ δὲν εἶναι οὔτε Θεός, ἀλλὰ οὔτε καὶ κτίσμα, κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Παλαμᾶ, εἶναι κατ’ ἀνάγκην ἀνύπαρκτο [2]. Συνεπῶς, τὸ θεῖο φῶς εἶναι ἄκτιστο, καθὼς δὲν εἶναι οὔτε κτίσμα οὔτε καὶ κάτι ἀπὸ τὰ ἀνύπαρκτα, καὶ τοῦτο ὑφίσταται, διότι ὁτιδήποτε δὲν εἶναι κτίσμα ἢ κάτι ἀπὸ τὰ ἀνύπαρκτα, σύμφωνα μὲ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, εἶναι κατ’ ἀνάγκην ἄκτιστο. Ἄκτιστη, ὅμως, δύναται νὰ εἶναι μονάχα ἡ ἀναίτια θεότητα, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι τὸ θεῖο φῶς ταυτίζεται μὲ τὴν ἄκτιστη θεότητα, ἀλλὰ ὄχι καὶ μὲ τὴ θεία οὐσία [3]. Τοῦτο, ἀκολούθως, δηλώνει ὅτι τὸ θεῖο φῶς ἀναφέρεται στὴν ἄκτιστη θεότητα, ἔτσι ὅπως φανερώνεται καὶ ὄχι ὅπως ὑπάρχει καθαυτή. Ἡ φανέρωση, ὅμως, τοῦ ἀκτίστου εἶναι ὁπωσδήποτε ἄκτιστη καὶ ὄχι κτιστή, καθὼς σὲ ἀντίθετη περίπτωση, σύμφωνα μὲ τὸ Γρηγόριο Παλαμᾶ, δὲ θὰ μποροῦσε νὰ ἦταν ἐπ’ οὐδενὶ λόγω φανέρωση τοῦ ἀκτίστου.
Ἐκ τῶν ἀνωτέρω συνάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ θεῖο φῶς ἀποτελεῖ τὴν ἄκτιστη ἔλλαμψη καὶ λαμπρότητα, ἤτοι τὴν ἐνεργειακὴ φανέρωση – ἀποκάλυψη, τῆς θεότητας [4]. Τοῦτο δεικνύεται σαφῶς ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς καλεῖ τὴ χάρη ἐνυπόστατη [5], πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι αὐτὴ παραμένει μὲ θεοπρεπῆ τρόπο (ἔκφραση τοῦ ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ) στοὺς κεχαριτωμένους [6]. Ὡς ἐκ τούτου, τὸ θεῖο φῶς δὲ μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ ἀνυπόστατο φάσμα, ἤτοι ἀστραπὴ ἢ βροντή, τὸ ὁποῖο διαλύεται στὸν ἀέρα μετὰ τὴ φανέρωσή του [7]. Τὸ θεῖο φῶς ἦταν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι παρὸν καὶ ἐνεργὲς κατὰ τὴ διάρκεια ὅλων τῶν αἰώνων [8], καθὼς δὲν ἀποτελεῖ ἀνάπλασμα ἐπινοίας, τουτέστιν ὀνόματα – λέξεις κενοῦ περιεχομένου καὶ πράγματα ποὺ συνδιαλύονται στὸν ἀέρα [9]. Τὸ θεῖο φῶς ἀποτελεῖ τὴν ἄκτιστη δόξα τῆς θείας φύσεως, τουτέστιν τὴν ἀποκαλυπτική της ἐνέργεια πρὸς ὁ,τιδήποτε δὲν εἶναι θεότητα.
Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὸ φῶς ποὺ ἐκχέεται ἀπὸ τὴ σάρκα τοῦ Ἰησοῦ, ζήτημα ποὺ ἀπασχόλησε καὶ τὴ σκέψη τοῦ Νικηφόρου Γρηγορᾶ, ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς ὑποστηρίζει ὅτι τὸ ἐκχεόμενο ἐκ τῆς σαρκὸς τοῦ Ἰησοῦ φῶς εἶναι ἄκτιστο, χωρὶς νὰ καταλήγει στὰ συμπεράσματα τῶν Ἀκτιστίτων. Ἡ ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων εἶναι αὐτὴ ποὺ διασφαλίζει τόσο τὸ ἄκτιστο τοῦ φωτὸς ὅσο καὶ τὸ κτιστό τῆς σαρκὸς τοῦ Ἰησοῦ [10]. Λόγῳ τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ ὑπόσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία, ἤτοι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ θεία φύση μεταδίδει τὰ ἄκτιστα ἰδιώματά της στὴν ἀνθρώπινη. Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο ὁ ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς ὑποστηρίζει τὸ γεγονὸς ὅτι διὰ τῆς μεταμορφώσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴ φανέρωση τῆς ἤδη ὑπάρχουσας ὑποστατικῆς ἕνωσης (ἐξ ἄκρας συλλήψεως), ἀποδεικνύεται τὸ ἐφικτό τῆς κατὰ χάριν μεθέξεως τῶν ἐλλόγων ὄντων στὸ ἄκτιστο φῶς, ἤτοι τῆς ἀποκαλυπτικῆς ἐνέργειας τῆς θεότητας [11]. Στὴν πραγματικότητα, ὁ Νικηφόρος Γρηγορᾶς ἀρνεῖται τὸ λόγο τῆς ὑποστατικῆς ἕνωσης, διότι ὑποστατικὴ ἕνωση ποὺ δὲ καταλήγει σὲ θεοποίηση ἢ ἀκόμη καὶ σὲ κατὰ χάριν ἀκτιστοποίηση τοῦ κτιστοῦ προσλήμματος ἀπὸ τὸ ἄκτιστο, σύμφωνα μὲ τὴν παλαμικὴ διδασκαλία, δὲν ἔχει κανένα νόημα νὰ ὑποστηρίζεται. Τὸ ἄκτιστο δὲν προσέλαβε τὸ κτιστὸ, γιὰ νὰ τὸ ἀφήσει ἐγκλωβισμένο στὴν κτιστότητά του ἢ νὰ τοῦ συμπληρώσει τὶς ὅποιες φυσικὲς ἀτέλειες μέσῳ κάποιας ὑποτιθέμενης ὑπερφυσικῆς (κτιστῆς) χάρης, ἀλλὰ γιὰ νὰ τοῦ μεταδώσει καθετὶ ἄκτιστο, ἤτοι ὅλα τὰ περὶ τὴν οὐσία θεῖα ἰδιώματα, πλὴν τῆς κατ’ οὐσίαν ταυτότητας μὲ τὴ θεότητα [12]. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι ποὺ καθιστᾶ τὴν παλαμικὴ διδασκαλία δυναμική, τουτέστιν ἡ ὑποστήριξη τοῦ δυνατοῦ τῆς ἐπιτεύξεως τοῦ κατὰ χάριν ἀκτίστου τοῦ ἀνθρώπου [13]. Ἐν ὀλίγοις, τὸ πνεῦμα τῆς διδασκαλίας τοῦ ἡσυχασμοῦ, τοῦ ὁποίου κύριος ἐκπρόσωπος ἀποτελεῖ ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς, πρεσβεύει μία πραγματικὴ μετοχὴ στὴν ἄκτιστη θεότητα κατὰ τὸ μέτρο τοῦ ἐφικτοῦ πάντοτε, καὶ τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι ποὺ ἀποτελεῖ τὸν πυρήνα τῆς ἀντιμαχίας μεταξύ τῆς ἡσυχαστικῆς καὶ τῆς ἀντιησυχαστικῆς διδασκαλίας [14].
Σημειώσεις:
[1] Γρηγόριος Παλαμᾶς, Ἔκθεσις δυσσεβημάτων, 3, Π. Χρήστου Β’, σελ. 579. Ὅποιος ἰσχυρίζεται, σύμφωνα μὲ τὸ Γρηγόριο Παλαμᾶ, ὅτι ὑπάρχει κάτι ἐνδιάμεσο μεταξὺ κτιστῆς καὶ ἄκτιστης πραγματικότητας, εἶναι σά νὰ ἀποδέχεται τὴν ὕπαρξη σύμμεικτων ὄντων, ὄντων ὅπως οἱ τραγέλαφοι ἢ οἱ κένταυροι. Βλ. Τοῦ ἰδίου, Πρὸς τὸν ὁσιώτατον ἐν ἱερομονάχοις Παῦλον Ἀσάνην, 6, Π. Χρήστου Β’, σσ. 367-368.
[2] Γρηγόριος Παλαμᾶς, Ἔκθεσις δυσσεβημάτων, Π. Χρήστου Β΄, σελ. 580.
[3] Ἀντίθετη ἄποψη φαίνεται νὰ ἔχει ὁ καθ. Ν. Ματσούκας, ὁ ὁποῖος φρονεῖ ὅτι ἡ ἄκτιστη θεότητα εἶναι φῶς κατὰ τὴν οὐσία καὶ ὄχι κατὰ τὴν ἐνέργεια. Βλ. Ν. Ματσούκας, Νεοελληνικὸς πολιτισμὸς καὶ διανόηση, ἐκδόσεις Πουρναρᾶ, {Φιλοσοφικὴ καὶ Θεολογικὴ Βιβλιοθήκη-58}, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 45. Ἡ δυσκολία αὐτὴ ἐπιλύεται μέσῳ τῆς γνωστῆς πατερικῆς διάκρισης μεταξὺ τῶν ἔργων τῆς φύσεως καὶ τῶν ἔργων τῆς θελήσεως. Τὸ θεῖο φῶς, ὅταν ἀναφέρεται στὴν ὑπερούσια οὐσία, δηλώνει τὴν προέλευση τῶν αἰτιατῶν ὑποστάσεων τῆς Ἁγίας Τριάδας, ἤτοι ἐκείνων τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀπὸ τὴν οὐσία τῆς θεότητας κατὰ τὴν πατρικὴ ὑπόσταση (φῶς ἐκ φωτὸς) καὶ ἄρα εἶναι ἀμέθεκτο ἀπὸ τὰ ἔλλογα δημιουργήματα. Ἀντιθέτως, τὸ θεῖο φῶς, ὅταν ἀναφέρεται στὴν ἐνέργεια, δηλώνει τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀκτίστου θεότητας πρὸς ὅ,τι δὲν εἶναι ἡ ἴδια καί, ὡς ἐκ τούτου, εἶναι μεθεκτό. Ἡ ἀνωτέρω λεκτικὰ διατυπωθεῖσα ἀσάφεια τοῦ καθ. Ν. Ματσούκα δύναται νὰ ἀποφευχθεῖ μέσῳ τῆς διάκρισης μεταξὺ μεθεκτοῦ καὶ ἀμέθεκτου στὴν ἄκτιστη θεότητα, ἤτοι μεταξὺ ἐνέργειας, ἡ ὁποία εἶναι μεθεκτή, καὶ τριαδικῶν ὑποστάσεων καὶ οὐσίας, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀμέθεκτα. Βλ. Γρηγόριος Παλαμᾶς, Κατὰ Γρηγορᾶ, Λόγος Δ’, 61, Π. Χρήστου Δ’, σελ. 374. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν ταυτίζεται τὸ θεῖο φῶς μὲ τὴν ἐνέργεια, τότε θὰ πρέπει νὰ μὴ ἐξισώνεται μὲ τὴν οὐσία καὶ τὶς ὑποστάσεις της, καθὼς ἐνδοτριαδικὲς ἐνέργειες, σύμφωνα τόσο μὲ τὸ Γρηγόριο Παλαμᾶ, ὅσο καὶ μὲ τὴν παράδοση τῶν Ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας στὸ σύνολό της, δὲ μποροῦν νὰ ὑπάρχουν. Βλ. Ν. Ξιώνης, Προλεγόμενα θεολογικῆς ἀνθρωπολογίας. Προχριστιανική, ἑτερόδοξη καὶ ὀρθόδοξη θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου, ἐκδόσεις Γρηγόρη, Ἀθήνα 2007, σελ. 137-150.
[4] Φῶς, χάρη, ἐνέργεια καὶ βασιλεία δεικνύουν τὸ ἴδιο πρᾶγμα, σύμφωνα μὲ τὸ Γρηγόριο Παλαμᾶ, τουτέστιν τὴν ἐνεργειακὴ ἀποκάλυψη τῆς ἀκτίστου θεότητας. Τὰ ἄκτιστα δῶρα τῆς θεότητας, ἤτοι ἡ ἐνεργειακή της ἀποκάλυψη, ταυτίζονται, ὅπως ὀρθῶς παρατηρεῖ καὶ ἡ Michelina Tenace, μὲ τὶς θεῖες ἐνέργειες. Βλ. Gregorio Palamas. L’ uomo mistero di luce increate. Pagine scelte, a cura di Michelina Tenace, Paoline, Milano 2005, p. 47. Ἡ διάκριση, ὅμως, μεταξὺ χάριτος καὶ ἐνέργειας, τὴν ὁποία πράττει ὁ καθ. Μ. Ματζανᾶς, δὲν ἐντοπίζεται σὲ κανένα παλαμικὸ κείμενο. Βλ. Μ. Ματζανᾶς, Ἡ Ἠθική τοῦ Ἀριστοτέλη καὶ ἡ Μεταφυσική τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ, ἐκδόσεις Γρηγόρη, Ἀθήνα 2008, σσ. 93-94: «ἡ θεία χάρη εἶναι ἀπόρροια τῶν ἐνεργειῶν». Ἡ θεία ἐνέργεια, σύμφωνα μὲ τὸ Γρηγόριο Παλαμᾶ, εἶναι ταυτόσημη μὲ τὴ χάρη καὶ τὸ φῶς, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ θεία χάρη δὲ μπορεῖ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ εἶναι ἀπότοκο ἐνέργειας, ἤτοι τοῦ ἴδιου της τοῦ ἑαυτοῦ. Ἐκτὸς καὶ ἐὰν ἐννοεῖται ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο καθηγητὴ ἡ διάκριση μεταξὺ ἀκτίστου ἐνέργειας καὶ ὑπερφυσικῆς (κτιστῆς) χάριτος, πρᾶγμα ποὺ ὑποστηρίζει στὴ χριστιανικὴ Δύση ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης, ἡ ὁποία εἶναι ἀπότοκη τῆς ἄκτιστης ἐνέργειας ἢ οὐσίας, διάκριση, ὅμως, ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς δὲν ἐφάρμοσε ποτέ. Βλ. J. Meyendorff, A Study of Gregory Palamas, translated by George Lawrence, St. Vladimir’s Seminary Press, Great Britain 19742, p. 163.
[5] Τὸ ἐνυπόστατο τοῦ θείου φωτὸς δὲ σημαίνει κάτι τὸ προσωπικὸ ἢ ὑποστατικό, πρᾶγμα ποὺ θὰ δικαιολογοῦσε τὴ μετοχὴ τῶν ἐλλόγων κτισμάτων στὰ προσωπικὰ ἐνεργήματα καὶ ἐνέργειες τῆς ἀκτίστου θεότητας, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ καθ. Στ. Γιαγκάζογλου, ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ νὰ προσδώσει στὴ διδασκαλία περὶ τῆς διακρίσεως μεταξὺ οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν στὴ θεότητα τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ περσοναλιστικά χαρακτηριστικά, τουτέστιν ἐνυπόστατες – προσωπικὲς ἐνέργειες, πράγματα ἀνύπαρκτα κατὰ τὸν ἴδιο τὸ Γρηγόριο Παλαμᾶ. Βλ. Στ. Γιαγκάζογλου, Βίος καὶ Λόγος στὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση. Δοκίμια θεολογικῆς γνωσιολογίας, ἐκδόσεις Δόμος, Ἀθήνα 2016, σσ. 176-187. Τὸ ἴδιο ὑποστηρίζει καὶ ὁ D. Bradshaw, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζεται ὅτι τὸ ἄκτιστο φῶς ἀποτελεῖ τὴν ὁρατὴ ἐκδήλωση τῆς ἐσωτερικῆς, ἤτοι προσωπικῆς, ζωῆς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Βλ. D. Bradshaw, Aristotle East and West. Metaphysics and the Division of Christendom, Cambridge University Press, Cambridge 2004, p. 220. Ἀντιθέτως, ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο «ἐνυπόστατο», προκειμένου νὰ δείξει ὅτι τὸ ἄκτιστο φῶς δὲν εἶναι σχέση, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ Νικηφόρος Γρηγορᾶς, δηλαδὴ κάτι ποὺ δὲν ὑπάρχει καθαυτὸ καί, ὡς ἐκ τούτου, ἀποτελεῖ μονάχα ψιλὸ ὄνομα ἢ φωνή. Βλ. Γρηγόριος Παλαμᾶς, Κατὰ Γρηγορᾶ, Λόγος Γ’, 14, Π. Χρήστου Δ’, σελ. 329. Ἐφόσον, λοιπόν, τὸ ἄκτιστο φῶς δὲν ἀποτελεῖ κάποιο εἶδος ἀνυπόστατου φάσματος, τότε θὰ πρέπει νὰ εἶναι, σύμφωνα μὲ τὴ συλλογιστικὴ τοῦ Νικηφόρου Γρηγορᾶ, καθαυτὸ ὑφιστάμενο. Καθαυτή, ὅμως, δύναται νὰ ὑπάρχει μόνον ἡ θεία οὐσία, ἐπὶ τῆς ὁποίας προσυπάρχει μὲ φυσικὸ τρόπο τὸ ἄκτιστο φῶς της. Ἔτσι, ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς κάνει λόγο γιὰ τὸ ἐνυπόστατο τοῦ θείου φωτὸς ἢ χάριτος, ὥστε νὰ μὴ θεωρηθεῖ ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν ἴδια τὴν οὐσία τῆς θεότητας. Ἐπίσης, ἀποφεύγεται διὰ τοῦ ἐνυποστάτου τοῦ φωτὸς ἡ θεώρησή του ὡς μὴ ὄντος (διανοητικὸ ἐπινόημα) ἢ ὡς κάτι ἀπὸ τὰ κτιστά. Ἐν ὀλίγοις, αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ ἀποδείξει ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς εἶναι ὅτι τὸ ἐνυπόστατο φῶς ἢ χάρη ἀποτελεῖ τὴ φυσικὴ λαμπρότητα τῆς θείας φύσεως. Ὡς ἐκ τούτου, τὸ ἄκτιστο θεῖο φῶς δὲν εἶναι σχέση ποὺ φανερώνει ὕπαρξη ἄλλων, ἤτοι κτίσμα ποὺ φανερώνει τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ, ὅπως πρεσβεύει ὁ Νικηφόρος Γρηγορᾶς, ἀλλὰ ἀποτελεῖ τὸ μοναδικὸ ὅρο δυνατότητας τῆς κατὰ χάριν ἕνωσης τῆς κτιστῆς μὲ τὴν ἄκτιστη πραγματικότητα, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι τὰ ἔλλογα κτίσματα ἀνάγονται στὴν ἄκτιστη θεότητα μέσα στὸ ἴδιο της τὸ φῶς, δηλαδὴ τὴν ἄκτιστη φυσική της ἐνέργεια καὶ χάρη. Βλ. Ὅπ.π, 14, σελ. 329. Συνεπῶς, τὸ ἐνυπόστατο τοῦ θείου φωτὸς ἀναφέρεται στὴν ἄκτιστη χάρη τῆς θεότητας, χάρη ποὺ ταυτίζεται μὲ τὴ ἐνεργειακὴ φανέρωση τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν κτιστὴ πραγματικότητα, χάρη ποὺ δὲν εἶναι ἀνυπόστατη καὶ ἀνύπαρκτη, ἤτοι κενοῦ περιεχομένου ἔννοια, καί, ὡς ἐκ τούτου, δὲν ἀφήνει περιθώριο γιὰ περσοναλιστικὲς θεωρήσεις τῆς διδασκαλίας περὶ τοῦ θείου ὄντος τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ, ἤτοι γιὰ μετοχὴ τῶν ἐλλόγων ὄντων στὶς ὑποστάσεις ἢ πρόσωπα τῆς θεότητας. Ἄλλες λέξεσιν, τὸ ἄκτιστο φῶς δὲν ἀποτελεῖ ἐξωτερίκευση τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ, ἤτοι τοῦ προσωπικοῦ του εἶναι. Τοῦτο, ἀκολούθως, σημαίνει ὅτι οἱ ὑποστάσεις τῆς ἀκτίστου θεότητας δὲ σχετίζονται μὲ τὸν ἄνθρωπο τριαδικά, καθὼς ἐκεῖνες δὲν προσδίδουν ἑαυτότητα ἢ ἀτομικότητα στὶς ἐνέργειες καὶ ἐνεργήματά τους, διότι οἱ τριαδικὲς ὑποστάσεις τῆς θεότητας ἐνεργοῦν ὡς Θεὸς (οὐσιώδης ἐνέργεια) καὶ ὄχι ὡς Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα ξεχωριστὰ (προσωπικὴ ἐνέργεια), πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι τὸ δημιουργεῖν δὲ μπορεῖ νὰ εἶναι ὑποστατικό. Βλ. Γρηγόριος Παλαμᾶς, Α΄ ἐπιστολὴ πρὸς Ἀκίνδυνον, 7, Π. Χρήστου Α΄, σελ. 209-211. Ἡ ἄποψη ὅτι ὁ Θεὸς δημιουργεῖ ὡς πρόσωπο ἀποτελεῖ τὴν πιὸ συνηθισμένη παρερμηνεία τῆς διδασκαλίας περὶ τοῦ θείου ὄντος τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ, τὴν ὁποίαν πράττουν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, οἱ σύγχρονοι ἀναγνῶστες καὶ ἑρμηνευτὲς τῶν παλαμικῶν κειμένων. Βλ. ἐνδεικτικὰ T. Spidlik, Comprensioni differenti del medesimo mistero: le vie dell’ortodossia orientale e del cristianesimo latino, στὸ: «Divinizzazione dell’uomo e redenzione dal peccato. Le teologie della salvezza nel cristianesimo di Oriente e di Occidente», Edizioni Fondazione Giovanni Agnelli, Torino 2004, p. 128. Ἐπίσης, γιὰ ὅ,τι ἀφορᾶ στὸν ὑποτιθέμενο τριαδικὸ κατὰ Παλαμᾶ συσχετισμὸ τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο βλ. Στ. Γιαγκάζογλου, Κοινωνία θεώσεως. Ἡ σύνθεση χριστολογίας καὶ πνευματολογίας στὸ ἔργο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἐκδόσεις Δόμος, σελ. 65.
[6] Ἡ δεύτερη ἔννοια τοῦ ἐνυποστάτου ἀφορᾶ στὸ ἄκτιστο φῶς, τὸ ὁποῖο παραμένει σὲ ὅσους ἔχει ἐπέλθει καὶ δὲ συνδιαλύεται μὲ τὸν τρόπο τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, τουτέστιν μετὰ τὴ φανέρωσή του. Βλ. Γρηγόριος Παλαμᾶς, Διάλεξις ὀρθοδόξου μετὰ βαρλααμίτου, 26, Π. Χρήστου Β΄, σελ. 188. Ἄλλες λέξεσιν, τὸ ἐνυπόστατο φῶς σημαίνει τὴ διηνεκῆ ἔλλαμψη τῆς ἀκτίστου δόξης τῆς θεότητας. Βλ. Π. Τρεμπέλας, Μυστικισμὸς – Ἀποφατισμὸς – Καταφατικὴ θεολογία. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἐκδόσεις Σωτήρ, Ἀθήνα 19802, σελ. 64.
[7] Γρηγόριος Παλαμᾶς, Κατὰ Γρηγορᾶ, Λόγος Γ΄, 20, Π. Χρήστου Δ΄, σελ. 333. Τὸ θεῖο φῶς δὲ χαρακτηρίζεται ἀπὸ παραλλαγὴ ἢ τρεμοσβήσιμο (τροπῆς ἀποσκίασμα). Βλ. Τοῦ ἰδίου, Κατὰ Γρηγορᾶ, Λόγος Δ΄, 7, Π. Χρήστου Δ΄, σελ. 345.
[8] Τοῦ ἰδίου, Κατὰ Γρηγορᾶ, Λόγος Γ΄, 23, Π. Χρήστου Δ’, σελ. 334. Στὴν προκειμένη περίπτωση ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς ἰσχυρίζεται ὅτι τὸ θεῖο φῶς, τὸ ὁποῖο χαρακτηρίζεται ὡς προκόσμιο καὶ ὑπερκόσμιο, προϋπῆρχε, τόσο τῆς αἰσθητῆς, ὅσο καὶ τῆς νοερῆς κτιστῆς πραγματικότητας, πρᾶγμα ἀδιανόητο γιὰ τὴ σκέψη τοῦ Νικηφόρου Γρηγορᾶ. Βλ. ὅπ.π., 31, σσ. 338-339. Συνεπῶς, τὸ θεῖο φῶς δὲν ταυτίζεται μὲ ὑποτυπώσεις ἀγγελικῶν νοῶν στὸ φανταστικὸ τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἀγγελικὸς νοῦς δὲν ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ τοῦ θείου φωτός, καθὼς αὐτὸς θεωρεῖται ὡς δεύτερο φῶς, σύμφωνα μὲ τὸ Γρηγόριο Παλαμᾶ, ἐπειδὴ μετέχει κατὰ χάριν τῆς αἴγλης καὶ τοῦ ὑπέρμετρου κάλλους τῆς ἀκτίστου θεότητας, ἤτοι τοῦ ἀκτίστου φωτὸς (θεία χάρη). Βλ. Ὅπ.π., 26, σελ. 336. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, λοιπόν, διασφαλίζεται ἡ ἀμεσότητα τῆς σχέσεως ποὺ ὑφίσταται μεταξὺ τῆς θεότητας καὶ τῆς ἀνθρωπότητας, πρᾶγμα ποὺ προσπαθεῖ νὰ ἀποτρέψει ὁ Νικηφόρος Γρηγορᾶς, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζεται ὅτι τὰ θεάματα τῶν τεθεωμένων προέρχονται στὴν καλύτερη τῶν περιπτώσεων ἀπὸ ἀγγελικὲς φύσεις, δεχόμενος ἔτσι μία ἔμμεση σχέση μεταξὺ θεότητας καὶ ἀνθρωπότητας.
[9] Ὅπ.π., σελ. 339.
[10] Ὅπ.π., σελ. 323.
[11] Γρηγόριος Παλαμᾶς, Κατὰ Γρηγορᾶ, Λόγος Δ΄, 1, Π. Χρήστου Δ΄, σελ. 342. Αὐτὴ εἶναι, σύμφωνα μὲ τὸ Γρηγόριο Παλαμᾶ, ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία τοῦ ἐν πολλοῖς παρεξηγήσιμου ἀρεοπαγιτικοῦ ὅρου «θεανδρική ἐνέργεια». Ὁ ὅρος αὐτὸς δὲ σημαίνει ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ τὴ συγχώνευση τῶν δύο ἐνεργειῶν τοῦ Χριστοῦ, ἤτοι τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρώπινης, σὲ μία (μονοενεργητισμός). Τουναντίον, σημαίνει τὴ θέωση τῆς ἀνθρώπινης φύσης, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι τὸ ἄκτιστο φῶς διαχέεται πρὸς τὴν κτιστὴ πραγματικότητα καὶ διὰ τῆς τεθεωμένης ἀνθρώπινης φύσης τοῦ Χριστοῦ, λόγῳ τοῦ ἑνιαίου τῆς ὑπόστασης τοῦ Λόγου. Συνοψίζοντας, ἕνας εἶναι ὁ Χριστός, ἕνεκα τῆς μίας θείας ὑπόστασης τοῦ Λόγου, καὶ δύο εἶναι οἱ ἐνέργειες, ἕνεκα τῶν δύο φύσεων ποὺ φέρονται ἀπὸ τὴν ὑπόσταση τοῦ Υἱοῦ. Βλ. Στ. Γιαγκάζογλου, Κοινωνία θεώσεως. Ἡ σύνθεση χριστολογίας καὶ πνευματολογίας στὸ ἔργο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἐκδόσεις Δόμος, Ἀθήνα 2001, σελ. 294.
[12] Μάξιμος Ὁμολογητής, Πρὸς Θαλάσσιον, PG Migne 90, 32OA.
[13] Γρηγόριος Παλαμᾶς, Γ΄ ἐπιστολὴ πρὸς Ἀκίνδυνον, 16, Π. Χρήστου Α΄, σσ. 307-308. Σύμφωνα μὲ τὸ Γρηγόριο Παλαμᾶ, ὅσοι ἀποκτοῦν τὴν ἄκτιστη θέωση καθίστανται ἄκτιστοι, ἄναρχοι καὶ ἀπερίγραπτοι κατὰ χάριν. Βλ. Τοῦ ἰδίου, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 3, 1, 31, Π. Χρήστου Α΄, σσ. 642-643.
[14] Τὸ περιεχόμενο τῆς ἀντιμαχίας μεταξύ τοῦ ἡσυχασμοῦ καὶ τοῦ ἀντιησυχασμοῦ, τὸ ὁποῖο ἀφορᾶ κατὰ κύριο λόγο στὴν ἄμεση ἢ ἔμμεση κοινωνία τῆς ἀκτίστου θεότητας μὲ τὴν ἀνθρωπότητα ἀντίστοιχα, δὲν καθίσταται ἀντιληπτὸ σὲ ὅλο του τὸ εὖρος, ἕνεκα τῆς ἐπικράτησης διαφόρων σύγχρονων ἑρμηνειῶν τῆς παλαμικῆς διάκρισης μεταξὺ οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν, ἑρμηνεῖες οἱ ὁποῖες εἶναι σαφῶς ἐπηρεασμένες ἀπὸ τὴν ὑπαρξιστικὴ ἀντίθεση μεταξύ τῆς φύσης, ἡ ὁποία δηλώνει κάποια ὑποτιθέμενη νομοτελειακὴ ἀναγκαιότητα, καὶ τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖο ὑποτίθεται ὅτι ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ κάθε εἴδους ἐλευθερίας ἀπὸ τὴν προαναφερθεῖσα ἀναγκαιότητα τῆς οὐσίας. Βλ. ἐνδεικτικὰ J. Meyendorff, The Byzantine Legacy in the Orthodox Church, St. Vladimir’s Seminary Press, Crestwood-New York 1982, p. 184. Πάντως, δὲ μπορεῖ νὰ ὑποστηριχθεῖ σοβαρά, δηλαδὴ ἔχοντας ὡς βάση τὰ ἴδια τὰ παλαμικὰ κείμενα, ὅτι ἡ διδασκαλία περὶ τοῦ θείου ὄντος τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ εἶναι προσωποκεντρική, ἐνῶ αὐτὴ τοῦ Νικηφόρου Γρηγορᾶ οὐσιοκρατική. Τὸ ἀνωτέρω συμπέρασμα ἐξάγεται ἀπὸ τὴν ἐργασία τοῦ καθηγητῆ Δ. Μόσχου. Βλ. Μόσχος Δ. Ν., Πλατωνισμὸς ἢ Χριστιανισμός; Οἱ φιλοσοφικὲς προϋποθέσεις τοῦ Ἀντιησυχασμοῦ τοῦ Νικηφόρου Γρηγορᾶ (1293-1361), ἐκδόσεις Παρουσία, Ἀθήνα 1998. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ διάκριση μεταξὺ ἀπροσπέλαστης οὐσίας καὶ προσεγγίσιμων ἐνεργειῶν σημαίνει, σύμφωνα μὲ τὸ Γρηγόριο Παλαμᾶ, τὸ ἐφικτό τῆς μετοχῆς τῶν ἐλλόγων ὄντων στὴ θεότητα, ἤτοι στὴν ἄκτιστη θεία ἐνέργεια, χωρὶς παρόλα αὐτὰ νὰ ὑποστηρίζεται ἡ μετοχὴ τῆς κτίσεως στὴν ὑπερούσια θεία οὐσία. Τὸ ζήτημα, λοιπόν, τῆς πρόταξης τοῦ προσώπου ἔναντι τῆς φύσης δὲν ἀπασχόλησε διόλου τὸ Γρηγόριο Παλαμᾶ, ὅπως ἐπίσης καὶ ὁλόκληρη τὴν πατερικὴ παράδοση τῆς Ἀνατολῆς.
Πηγή Ορθόδοξος Τύπος


0 Σχόλια